Κάποτε ο ήλιος του μεσημεριού, κάποτε φούχτες ή ψιλή βροχή
και τ’ ακρογιάλι γεμάτο θρύψαλα παλιά πιθάρια.
Ασήμαντες οι κολόνες• μονάχα ο Άγιος Επιφάνιος
δείχνοντας μουντά, χωνεμένη τη δύναμη της πολύχρυσης αυτοκρατορίας.
Τα νέα κορμιά περάσαν απ’ εδώ, τα ερωτεμένα•
παλμοί στους κόλπους, ρόδινα κοχύλια και τα σφυρά
τρέχοντας άφοβα πάνω στο νερό
κι αγκάλες ανοιχτές για το ζευγάρωμα του πόθου.
Κύριος επί υδάτων πολλών,
πάνω σ’ αυτό το πέρασμα.
Τότες άκουσα βήματα στα χαλίκια.
Δεν είδα πρόσωπα• σα γύρισα είχαν φύγει.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Όμως βαριά η φωνή σαν το περπάτημα καματερού,
έμεινε εκεί στις φλέβες τ ουρανού στο κύλισμα της θάλασσας
μέσα στα βότσαλα πάλι και πάλι:
«Ή γης δεν έχει κρικέλια
για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν
μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι
να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι.
Και τούτα τα κορμιά
πλασμένα από ένα χώμα που δεν ξέρουν,
έχουν ψυχές.
Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν,
δε θα μπορέσουν μόνο θα τις ξεκάμουν
αν ξεγίνουνται οι ψυχές.
Δεν αργεί να καρπίσει τ αστάχυ
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι,
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
το κακό για να σηκώσει το κεφάλι,
κι ο άρρωστος νους που αδειάζει
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να γεμίσει με την τρέλα,
νήσος τις έστι…».
Φίλοι του άλλου πολέμου,
σ’ αυτή την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά
σας συλλογίζομαι καθώς γυρίζει η μέρα—
Εκείνοι που ‘έπεσαν πολεμώντας κι εκείνοι πού
έπεσαν χρόνια μετά τη μάχη.
Εκείνοι που είδαν την αυγή μες απ’ την πάχνη του θανάτου
ή, μες στην άγρια μοναξιά κάτω από τ άστρα,
νιώσανε πάνω τους μαβιά μεγάλα
τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής
κι ακόμη εκείνοι που προσεύχουνταν
όταν το φλογισμένο ατσάλι πριόνιζε τα καράβια:
«Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε
πώς έγινε τούτο το φονικό.
Την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια,
το στέγνωμα της αγάπης.
Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε…».
—Τώρα καλύτερα να λησμονήσουμε πάνω σε τούτα τα χαλίκια•
δε φελά να μιλάμε•
τη γνώμη των δυνατών ποιος θα μπορέσει να τη γυρίσει;
ποιος θα μπορέσει ν’ ακουστεί;
Καθένας χωριστά ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά
των άλλων.
—Ναι, όμως ο μαντατοφόρος τρέχει
κι όσο μακρύς κι αν είναι ό δρόμος του, θα φέρει
σ’ αυτούς πού γύρευαν ν’ αλυσοδέσουν τον Ελλήσποντο
το φοβερό μήνυμα της Σαλαμίνας.
Φωνή Κυρίου επί των υδάτων.
Νήσος τις έστι.
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:
Η αξιοπρέπεια ως μέτρο της προόδου μιας σύγχρονης κοινωνίας
Όταν η τεχνητή νοημοσύνη συναντά τη φιλοσοφία
Ο θρίαμβος και το παράδοξο του καπιταλισμού
«Κριτές, θα μας δικάσουν οι αγέννητοι, οι νεκροί»- Η αντίληψη του πένθους
Από τι γλιτώσαμε! Η Βρετανία αναζητεί ξανά την Ευρώπη
Η Ελλάδα βασίζεται στο 40% των πολιτών της
Όταν η εργατική τάξη εγκατέλειψε την Αριστερά
Η Ευρώπη χωρίς στρατηγική: Γιατί η ισχύς δεν αρκεί
Το φάντασμα του Χάιντεγκερ
Φρειδερίκος Νίτσε: Δεκαπέντε σκέψεις «μόνος με τον εαυτό σου»
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...