Γράφει ο Διαμαντής Σεϊτανίδης
Για πολλά χρόνια, η γαλλική εθνική ομάδα ποδοσφαίρου αποτελούσε κάτι περισσότερο από ένα αθλητικό σύνολο.
Ήταν ένας καθρέφτης της ίδιας της Γαλλίας: μιας χώρας που προσπαθούσε να συμφιλιώσει την ιστορία της, τις αποικιακές της κληρονομιές και τη σύγχρονη πολυπολιτισμική της πραγματικότητα.
Και ακριβώς γι' αυτό βρέθηκε συχνά στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η σχέση της γαλλικής άκρας δεξιάς με τους περίφημους Les Bleus, όπως εύστοχα παρατηρεί το Politico, αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο τη βαθιά μεταμόρφωση που έχει υποστεί τα τελευταία τριάντα χρόνια ο ευρωπαϊκός εθνολαϊκισμός.
Όχι επειδή εγκατέλειψε τις βασικές του επιδιώξεις, αλλά επειδή άλλαξε τη γλώσσα με την οποία τις εκφράζει.
Από την καταγωγή στην κοινωνική εκπροσώπηση
Στη δεκαετία του 1990, ο ιδρυτής του Εθνικού Μετώπου, Ζαν-Μαρί Λεπέν, δεν έκρυβε την ενόχλησή του για τη σύνθεση της εθνικής ομάδας.
Οι ποδοσφαιριστές με αφρικανική ή αραβική καταγωγή, παιδιά μεταναστών και πρώην αποικιών, αντιμετωπίζονταν από τον ίδιο όχι ως Γάλλοι πρωταθλητές, αλλά ως σύμβολα μιας Γαλλίας που, κατά την άποψή του, έχανε την εθνική της συνοχή.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Η κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1998 δεν άλλαξε τη στάση του.
Αντίθετα, ενίσχυσε τη ρητορική του.
Για τον Λεπέν, η επιτυχία μιας πολυφυλετικής ομάδας δεν αποτελούσε απόδειξη ενσωμάτωσης, αλλά επιβεβαίωση μιας πολιτικής που θεωρούσε λανθασμένη.
Εκείνη την εποχή, η ακροδεξιά μιλούσε σχεδόν αποκλειστικά για «αίμα», καταγωγή, εθνική ταυτότητα και πολιτισμική ομοιογένεια.
Ο βασικός πολιτικός αντίπαλος ήταν ο μετανάστης.
Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική.
Η στρατηγική της Μαρίν Λεπέν
Όταν η Μαρίν Λεπέν ανέλαβε την ηγεσία του κόμματος, αντιλήφθηκε ότι η γλώσσα του πατέρα της αποτελούσε πολιτικό αδιέξοδο.
Ένα κόμμα που φιλοδοξεί να κυβερνήσει δεν μπορεί να παραμένει εγκλωβισμένο σε μια ρητορική που τρομάζει περισσότερο απ' όσο πείθει.
Έτσι ξεκίνησε μια μακρά διαδικασία «αποδαιμονοποίησης» του κόμματος.
Το Εθνικό Μέτωπο μετονομάστηκε σε Εθνικό Συναγερμό, ο Ζαν-Μαρί Λεπέν απομακρύνθηκε, ενώ η νέα ηγεσία επιχείρησε να εμφανίσει το κόμμα ως μια πατριωτική αλλά δημοκρατική δύναμη εξουσίας.
Η αλλαγή αυτή αποτυπώθηκε ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου.
Οι επιθέσεις προς τους ίδιους τους ποδοσφαιριστές περιορίστηκαν αισθητά.
Όχι επειδή η ιδεολογική αφετηρία του κόμματος μεταβλήθηκε ριζικά, αλλά επειδή η κοινωνία είχε ήδη αποδεχθεί τους Les Bleus ως ένα από τα πιο επιτυχημένα και δημοφιλή σύμβολα της σύγχρονης Γαλλίας.
Μια ανοιχτή σύγκρουση μαζί τους θα κόστιζε περισσότερο απ' όσο θα απέφερε.
Η πολιτική στόχευση άλλαξε.
Ο νέος «εχθρός»
Αντί να αμφισβητείται η γαλλική εθνική συνείδηση των ποδοσφαιριστών, άρχισε να αμφισβητείται η κοινωνική τους νομιμοποίηση να παρεμβαίνουν στον δημόσιο διάλογο.
Η ευκαιρία παρουσιάστηκε όταν ο Κιλιάν Εμπαπέ και άλλοι διεθνείς κάλεσαν τους Γάλλους να μην ενισχύσουν εκλογικά τον Εθνικό Συναγερμό.
Η απάντηση της Λεπέν και του Ζορντάν Μπαρντελά δεν επικεντρώθηκε στην καταγωγή του Εμπαπέ ούτε στην εθνική του ταυτότητα.
Το επιχείρημα ήταν διαφορετικό.
Πώς μπορεί ένας πολυεκατομμυριούχος ποδοσφαιριστής να κάνει πολιτικά μαθήματα σε ανθρώπους που δυσκολεύονται να πληρώσουν το ενοίκιο ή τον λογαριασμό του ρεύματος;
Έτσι, ο αντίπαλος δεν παρουσιάζεται πλέον ως «ο ξένος».
Παρουσιάζεται ως μέλος μιας αποκομμένης οικονομικής και πολιτιστικής ελίτ.
Η μετατόπιση αυτή δεν είναι καθόλου τυχαία.
Η ακροδεξιά αντιλήφθηκε ότι στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες η κοινωνική ανασφάλεια, η αύξηση του κόστους ζωής και η δυσπιστία απέναντι στις πολιτικές και οικονομικές ελίτ κινητοποιούν πολύ περισσότερους ψηφοφόρους από μια καθαρά φυλετική ρητορική.
Ο λαϊκισμός αλλάζει λεξιλόγιο
Η περίπτωση της Γαλλίας αποκαλύπτει μια βαθύτερη πολιτική εξέλιξη που αφορά σε σχεδόν ολόκληρη την Ευρώπη.
Τα περισσότερα κόμματα της ακροδεξιάς δεν εγκατέλειψαν τον λαϊκισμό τους.
Τον αναδιατύπωσαν.
Η διαχωριστική γραμμή δεν είναι πλέον αποκλειστικά ανάμεσα στους «Γάλλους» και τους «ξένους».
Είναι ανάμεσα στον «λαό» και στις «ελίτ».
Στο νέο αυτό αφήγημα, οι αντίπαλοι είναι οι Βρυξέλλες, οι τεχνοκράτες, τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης, τα πανεπιστήμια, οι καλλιτέχνες, οι διανοούμενοι, ακόμη και οι διάσημοι αθλητές όταν παίρνουν δημόσια θέση για πολιτικά ζητήματα.
Το μήνυμα είναι απλό και ιδιαίτερα αποτελεσματικό: «Εμείς εκπροσωπούμε εκείνους που εργάζονται και δυσκολεύονται. Εκείνοι υπερασπίζονται ένα προνομιούχο σύστημα που δεν γνωρίζει τα προβλήματα της καθημερινότητας».
Και η Ελλάδα;
Η ελληνική ακροδεξιά δεν ακολούθησε ακριβώς την ίδια διαδρομή, καθώς οι ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες είναι διαφορετικές.
Η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου δεν λειτούργησε ποτέ ως σύμβολο πολυπολιτισμικότητας αντίστοιχο με εκείνο της Γαλλίας, ούτε αποτέλεσε πεδίο τόσο έντονων ιδεολογικών συγκρούσεων.
Ωστόσο, η ευρύτερη στρατηγική παρουσιάζει ενδιαφέρουσες ομοιότητες.
Τα τελευταία χρόνια, ο δημόσιος λόγος της ελληνικής ακροδεξιάς εξακολουθεί να δίνει έμφαση στη μετανάστευση, στην ασφάλεια και στα ζητήματα εθνικής κυριαρχίας.
Παράλληλα όμως επιχειρεί να διευρύνει την επιρροή του επενδύοντας όλο και περισσότερο στην κοινωνική δυσαρέσκεια.
Η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται στους μετανάστες.
Επεκτείνεται στις «ελίτ των Αθηνών», στα πανεπιστήμια, στους δημοσιογράφους, στους καλλιτέχνες, στις ανεξάρτητες αρχές, ακόμη και στους επιστήμονες όταν οι απόψεις τους συγκρούονται με το κυρίαρχο αφήγημα του χώρου.
Με άλλα λόγια, επιχειρείται μια μετατόπιση από την πολιτική της ταυτότητας στην πολιτική της αγανάκτησης.
Μια στρατηγική με ευρωπαϊκή διάσταση
Η εξέλιξη αυτή δεν αφορά μόνο στη Γαλλία ή στην Ελλάδα.
Στην Ιταλία, στην Ολλανδία, στην Αυστρία, στη Γερμανία και σε αρκετές ακόμη ευρωπαϊκές χώρες, τα εθνολαϊκιστικά κόμματα προσπαθούν να εμφανιστούν λιγότερο ακραία και περισσότερο «κανονικά».
Δεν εγκαταλείπουν τις βασικές τους θέσεις, αλλά επιλέγουν διαφορετικές προτεραιότητες, διαφορετικές λέξεις και διαφορετικούς πολιτικούς συμβολισμούς.
Η στρατηγική είναι σαφής: για να διεκδικήσεις την εξουσία δεν αρκεί να εκφράζεις τη διαμαρτυρία.
Πρέπει να πείθεις ότι μπορείς να κυβερνήσεις.
Αυτός είναι και ο λόγος που οι σημερινοί ηγέτες της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς αποφεύγουν συχνά τις προκλήσεις που χαρακτήριζαν τους πολιτικούς τους προγόνους.
Η πολιτική τους δεν γίνεται ηπιότερη.
Γίνεται πιο προσεκτική.
Η μεγάλη αλλαγή είναι και επικοινωνιακή
Η περίπτωση των Les Bleus λειτουργεί, τελικά, σαν ένα πολιτικό εργαστήριο.
Η ακροδεξιά δεν σταμάτησε να επενδύει στην κοινωνική πόλωση.
Εκείνο που άλλαξε είναι ο τρόπος με τον οποίο τη νομιμοποιεί.
Αντί για την ανοιχτή αντιπαράθεση γύρω από τη φυλή και την καταγωγή, επιλέγει σήμερα να οικοδομεί ένα αφήγημα κοινωνικής εκπροσώπησης, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως τη μοναδική φωνή των «ξεχασμένων» απέναντι στις πολιτικές, οικονομικές και πολιτιστικές ελίτ.
Η μετατόπιση αυτή εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί κόμματα που πριν από είκοσι χρόνια βρίσκονταν στο πολιτικό περιθώριο βρίσκονται σήμερα ένα βήμα πριν από την εξουσία.
Δεν άλλαξαν ιδεολογία.
Άλλαξαν, όμως, το πολιτικό τους λεξιλόγιο.
Και πολλές φορές, στην πολιτική, ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνεται ένα μήνυμα αποδεικνύεται εξίσου σημαντικός με το ίδιο το μήνυμα.-
*****
ΓΡΑΨΤΕ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΣΑΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:
Η αξιοπρέπεια ως μέτρο της προόδου μιας σύγχρονης κοινωνίας
Όταν η τεχνητή νοημοσύνη συναντά τη φιλοσοφία
Ο θρίαμβος και το παράδοξο του καπιταλισμού
«Κριτές, θα μας δικάσουν οι αγέννητοι, οι νεκροί»- Η αντίληψη του πένθους
Από τι γλιτώσαμε! Η Βρετανία αναζητεί ξανά την Ευρώπη
Η Ελλάδα βασίζεται στο 40% των πολιτών της
Όταν η εργατική τάξη εγκατέλειψε την Αριστερά
Η Ευρώπη χωρίς στρατηγική: Γιατί η ισχύς δεν αρκεί
Το φάντασμα του Χάιντεγκερ
Φρειδερίκος Νίτσε: Δεκαπέντε σκέψεις «μόνος με τον εαυτό σου»
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...