Γράφει ο Μάκης Γεωργιάδης
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες στον κόσμο.
Συγκεντρώνει πληθυσμό σχεδόν 450 εκατομμυρίων ανθρώπων, παράγει περίπου το ένα έκτο του παγκόσμιου ΑΕΠ, φιλοξενεί κορυφαία πανεπιστήμια, προηγμένες βιομηχανίες και μερικές από τις ισχυρότερες εξαγωγικές οικονομίες του πλανήτη.
Κι όμως, παρά αυτό το εντυπωσιακό άθροισμα ισχύος, η Ευρώπη εξακολουθεί να δίνει την εικόνα μιας δύναμης που αντιδρά στις εξελίξεις αντί να τις διαμορφώνει.
Το πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι ότι στερείται πόρων ή δυνατοτήτων.
Είναι ότι στερείται στρατηγικής σκέψης.
Δεν της λείπει τόσο η ισχύς όσο η ικανότητα να τη μετατρέπει σε συνεκτική πολιτική.
Η διάκριση είναι κρίσιμη.
Στη διεθνή πολιτική, η ισχύς από μόνη της δεν αρκεί.
Ισχύς χωρίς στρατηγική ισοδυναμεί με συσσώρευση μέσων χωρίς σαφή προορισμό.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Ένα κράτος ή μια ένωση κρατών μπορεί να διαθέτει τεράστιους οικονομικούς πόρους, ισχυρές ένοπλες δυνάμεις και προηγμένη τεχνολογία.
Εάν όμως δεν γνωρίζει τι ακριβώς επιδιώκει και με ποιο σχέδιο θα το επιτύχει, δύσκολα μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματικός γεωπολιτικός παράγοντας.
Τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με διαδοχικές κρίσεις που αποκάλυψαν αυτή την αδυναμία.
Η πανδημία, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ενεργειακή κρίση, η όξυνση του ανταγωνισμού ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή και η επιστροφή της γεωπολιτικής ισχύος ως καθοριστικού παράγοντα στις διεθνείς σχέσεις διαμόρφωσαν ένα εντελώς διαφορετικό διεθνές περιβάλλον από εκείνο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Για δεκαετίες, η Ευρωπαϊκή Ένωση οικοδομήθηκε πάνω στην υπόθεση ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση μειώνει τις συγκρούσεις και ότι το διεθνές δίκαιο, οι θεσμοί και το εμπόριο μπορούν να λειτουργήσουν ως οι βασικοί μηχανισμοί σταθερότητας.
Το μοντέλο αυτό απέδωσε σημαντικά αποτελέσματα όσο ο κόσμος κινούνταν προς την παγκοσμιοποίηση.
Σήμερα όμως, καθώς οι μεγάλες δυνάμεις επανέρχονται στη λογική του ανταγωνισμού, η Ευρώπη καλείται να λειτουργήσει σε ένα περιβάλλον όπου η οικονομία, η άμυνα, η τεχνολογία και η γεωπολιτική αποτελούν πλέον αδιαχώριστα πεδία.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το ευρωπαϊκό έλλειμμα.
Οι Βρυξέλλες εξακολουθούν συχνά να αντιμετωπίζουν κάθε κρίση ως ξεχωριστό πρόβλημα προς διαχείριση και όχι ως μέρος ενός ενιαίου στρατηγικού σχεδίου.
Η ενεργειακή πολιτική, η βιομηχανική πολιτική, η αμυντική συνεργασία, η τεχνολογική ανάπτυξη και η εξωτερική πολιτική προχωρούν πολλές φορές παράλληλα, χωρίς να εντάσσονται σε ένα συνολικό όραμα για τον ρόλο της Ευρώπης στον κόσμο.
Το αποτέλεσμα είναι μια Ένωση που διαθέτει τεράστιες δυνατότητες αλλά δυσκολεύεται να παίρνει γρήγορες αποφάσεις, να προβλέπει τις εξελίξεις και να επιβάλλει τις προτεραιότητές της.
Συχνά η Ευρώπη εμφανίζεται να ακολουθεί τις πρωτοβουλίες άλλων, των Ηνωμένων Πολιτειών στο πεδίο της ασφάλειας, της Κίνας στον τεχνολογικό ανταγωνισμό ή ακόμη και περιφερειακών δυνάμεων στις κρίσεις της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής.
Το ενδιαφέρον είναι ότι λύση δεν αποτελούν απλώς περισσότερες αμυντικές δαπάνες ή ισχυρότεροι ευρωπαϊκοί θεσμοί.
Η Ευρώπη χρειάζεται να καλλιεργήσει μια διαφορετική κουλτούρα λήψης αποφάσεων.
Να μάθει να σκέφτεται μακροπρόθεσμα, να αξιολογεί τους κινδύνους πριν εξελιχθούν σε κρίσεις και να συνδέει όλες τις πολιτικές της με έναν σαφή στρατηγικό σκοπό.
Η παρατήρηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί η ευρωπαϊκή πολιτική χαρακτηρίζεται συχνά από έντονη τεχνοκρατική προσέγγιση.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναπτύξει εξαιρετική ικανότητα στη διαμόρφωση κανονισμών, στη διαχείριση πολύπλοκων διοικητικών διαδικασιών και στη δημιουργία θεσμικών μηχανισμών.
Εκεί όπου δυσκολεύεται είναι στη διατύπωση ενός μεγάλου πολιτικού αφηγήματος για το πού θέλει να βρίσκεται σε δέκα ή είκοσι χρόνια.
Το ερώτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο.
Η αμερικανική εξωτερική πολιτική δείχνει ολοένα και περισσότερο ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη την παραδοσιακή αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας.
Ταυτόχρονα, η Κίνα επιδιώκει να ενισχύσει την παγκόσμια επιρροή της, ενώ η Ρωσία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την ευρωπαϊκή ήπειρο ως βασικό πεδίο γεωπολιτικού ανταγωνισμού.
Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική επιλογή.
Μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί κυρίως ως μια μεγάλη ενιαία αγορά, η οποία θα προσαρμόζεται στις στρατηγικές επιλογές άλλων.
Ή μπορεί να επιχειρήσει να μετατραπεί σε αυτόνομο γεωπολιτικό παράγοντα, ικανό να υπερασπίζεται τα συμφέροντά του και να διαμορφώνει ενεργά τις διεθνείς εξελίξεις.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, η συζήτηση αυτή δεν είναι θεωρητική.
Η Ανατολική Μεσόγειος, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, οι ενεργειακοί διάδρομοι, οι μεταναστευτικές ροές και η σταθερότητα στα Βαλκάνια συνδέονται άμεσα με την ικανότητα της Ευρώπης να λειτουργεί ως στρατηγικός δρων και όχι απλώς ως οικονομικός οργανισμός.
Ίσως, λοιπόν, το σημαντικότερο μήνυμα να συνοψίζεται σε μία απλή αλλά ουσιαστική διαπίστωση: η Ευρώπη δεν πάσχει από έλλειψη ισχύος.
Πάσχει από έλλειψη στρατηγικής φαντασίας.
Και σε έναν κόσμο όπου οι μεγάλες δυνάμεις σχεδιάζουν όλο και πιο μακροπρόθεσμα, αυτό μπορεί να αποδειχθεί το μεγαλύτερο μειονέκτημά της.-
*****
ΓΡΑΨΤΕ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΣΑΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:
Ο Κυριάκος και οι επτά νάνοι της αντιπολίτευσης
Καπιταλισμός, το σύστημα που όλοι καταγγέλλουν αλλά κανείς δεν μπορεί να αντικαταστήσει
Η μεγάλη ψευδαίσθηση της ισότητας στις σύγχρονες κοινωνίες
Περί της αποφυλάκισης του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου
Γιατί οι Ευρωπαίοι εγκαταλείπουν τον σοσιαλισμό
Η μεγάλη έρημος της Βρετανίας μετά το brexit- από τι γλίτωσε η Ελλάδα
Η Δύση μπροστά στη μεγάλη πολιτισμική ρωγμή
Ρεπουμπλικανισμός: Η Δημοκρατία των ελεύθερων πολιτών
Η αντιπολίτευση ψάχνει τον δεύτερο, κι όλοι δουλεύουν για τον Μητσοτάκη
Κωνσταντίνου Καβάφη, «το πρώτο σκαλί»
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...