Γράφει ο Διαμαντής Σεϊτανίδης
Για περισσότερο από μία δεκαετία, η Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, επιχείρησε να οικοδομήσει μια εικόνα «στρατηγικής αυτονομίας».
Άλλοτε συγκρουόταν με τις Ηνωμένες Πολιτείες, άλλοτε αμφισβητούσε ευρωπαϊκές επιλογές, άλλοτε πλησίαζε τη Ρωσία και άλλοτε διεκδικούσε έναν ρόλο αυτόνομης περιφερειακής δύναμης από τη Μέση Ανατολή μέχρι τον Καύκασο και την Αφρική.
Ωστόσο, η Άγκυρα φαίνεται να βρίσκεται σήμερα σε μια διαδικασία σταδιακής επαναπροσέγγισης με τη Δύση.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα.
Όχι μόνο επειδή επηρεάζει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά κυρίως επειδή συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία η Αθήνα έχει καταφέρει να αναβαθμίσει σημαντικά τη διεθνή της θέση, μεταβάλλοντας σε μεγάλο βαθμό τους συσχετισμούς που επικρατούσαν στην Ανατολική Μεσόγειο πριν από λίγα χρόνια.
Η Τουρκία επιστρέφει στη Δύση από ανάγκη, όχι από επιλογή
Η γειτονική μας χώρα δεν εγκαταλείπει την πολιτική της αυτονομίας επειδή άλλαξε στρατηγική φιλοσοφία.
Την αναπροσαρμόζει επειδή το διεθνές περιβάλλον την υποχρεώνει να το κάνει.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η αναβάθμιση του ΝΑΤΟ, η διεύρυνση της Συμμαχίας με τη συμμετοχή της Σουηδίας και της Φινλανδίας, οι ενεργειακές ανακατατάξεις στην Ευρώπη και οι οικονομικές δυσκολίες της τουρκικής οικονομίας έχουν περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών της Άγκυρας.
Η Τουρκία εξακολουθεί να θέλει να παρουσιάζεται ως ανεξάρτητος πόλος ισχύος.
Όμως γνωρίζει ότι η οικονομία της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από ευρωπαϊκές επενδύσεις, δυτικά κεφάλαια και πρόσβαση στις αγορές της Ευρώπης.
Παράλληλα, η αμυντική της βιομηχανία χρειάζεται τεχνολογική συνεργασία με δυτικούς εταίρους, ενώ η γεωπολιτική της αξία αυξάνεται ακριβώς επειδή βρίσκεται εντός του δυτικού στρατοπέδου και όχι εκτός αυτού.
Η μεγάλη διαφορά σε σχέση με το 2020
Αν η ίδια συζήτηση γινόταν το 2020, η Ελλάδα θα παρακολουθούσε πιθανότατα με μεγαλύτερη ανησυχία μια τουρκική επαναπροσέγγιση με τη Δύση.
Σήμερα όμως η κατάσταση είναι διαφορετική.
Τα τελευταία χρόνια η Αθήνα πέτυχε να μετατραπεί σε έναν από τους πιο αξιόπιστους συνομιλητές της Ουάσιγκτον και των Βρυξελλών στην περιοχή.
Οι αμυντικές συμφωνίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γαλλία, η ενίσχυση των τριμερών σχημάτων συνεργασίας με το Ισραήλ και την αίγυπτο, η ενεργειακή αναβάθμιση μέσω των υποδομών LNG και των διασυνδέσεων, αλλά και η πρωταγωνιστική παρουσία της χώρας σε όλα τα ευρωπαϊκά κέντρα λήψης αποφάσεων, έχουν δημιουργήσει μια εντελώς διαφορετική εικόνα.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ο «αδύναμος κρίκος» της περιοχής.
Αντίθετα, παρουσιάζεται συχνά ως παράγοντας σταθερότητας σε μια γεωγραφική ζώνη που παραμένει εξαιρετικά ασταθής.
Αυτό αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη γεωπολιτική παρακαταθήκη της περιόδου διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Τι επιδιώκει πραγματικά η Άγκυρα
Από την άλλη, βέβαια, κανείς στην Ελλάδα -πλην των γνωστών γραφικών- δεν είναι αφελής.
Γνωρίζουμε όλοι ότι η τουρκική ηγεσία δεν εγκαταλείπει τον αναθεωρητισμό της.
Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο που πρέπει να προσέξει η ελληνική πλευρά.
Η προσπάθεια επαναπροσέγγισης με τη Δύση δεν σημαίνει ότι η Άγκυρα εγκαταλείπει τις διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο, ούτε ότι αναθεωρεί τις πάγιες θέσεις της για το Αιγαίο ή την Κύπρο.
Αντίθετα, επιδιώκει να αποκτήσει περισσότερη επιρροή μέσα στο δυτικό στρατόπεδο ώστε να προωθήσει αποτελεσματικότερα τα δικά της συμφέροντα.
Η Τουρκία συνεχίζει να αναπτύσσει την αμυντική της βιομηχανία, να επεκτείνει την επιρροή της στην Αφρική, να διατηρεί στρατιωτική παρουσία σε πολλαπλά μέτωπα και να προβάλλει τον εαυτό της ως δύναμη με περιφερειακές και παγκόσμιες φιλοδοξίες.
Με άλλα λόγια, δεν βλέπουμε μια Τουρκία που γίνεται λιγότερο φιλόδοξη.
Βλέπουμε μια Τουρκία που προσπαθεί να καταστήσει τις φιλοδοξίες της πιο αποτελεσματικές.
Η ελληνική απάντηση
Απέναντι σε αυτή τη στρατηγική, η Αθήνα φαίνεται να ακολουθεί μια διαφορετική προσέγγιση.
Η Ελλάδα δεν επιχειρεί να ανταγωνιστεί την Τουρκία σε όρους πληθυσμού, γεωγραφικού μεγέθους ή στρατιωτικής προβολής ισχύος σε πολλαπλά μέτωπα.
Αντίθετα, επενδύει στη δημιουργία συμμαχιών, στη θεσμική της αξιοπιστία, στην ευρωπαϊκή της επιρροή και στην ενεργειακή της αναβάθμιση.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι δύο χώρες σήμερα δεν κινούνται σε παράλληλες τροχιές.
Αντιθέτως, συγκλίνουν προς τη Δύση από διαφορετικές αφετηρίες.
Η Ελλάδα ξεκινά ως πλήρως ενσωματωμένο μέλος του ευρωπαϊκού και δυτικού πυρήνα.
Η Τουρκία προσπαθεί να αποκαταστήσει γέφυρες που η ίδια είχε αποδυναμώσει τα προηγούμενα χρόνια.
Αυτό δημιουργεί ένα νέο πλαίσιο ανταγωνισμού, περισσότερο σύνθετο από εκείνο που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα.
Το πραγματικό δίλημμα των επόμενων ετών
Το ενδιαφέρον είναι ότι η νέα κατάσταση δεν ευνοεί απαραίτητα ούτε την ένταση ούτε την πλήρη εξομάλυνση.
Η Άγκυρα χρειάζεται καλύτερες σχέσεις με τη Δύση.
Η Αθήνα επιδιώκει τη διατήρηση της περιφερειακής σταθερότητας.
Ωστόσο, οι βασικές διαφορές παραμένουν άλυτες.
Το Αιγαίο, η Ανατολική Μεσόγειος, το Κυπριακό, οι θαλάσσιες ζώνες και ο ευρύτερος ανταγωνισμός επιρροής δεν εξαφανίζονται επειδή αλλάζει ο τόνος των διπλωματικών σχέσεων.
Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα καλείται να συνεχίσει την πολιτική των τελευταίων ετών: ισχυρές συμμαχίες, αμυντική ενίσχυση, ενεργειακή αναβάθμιση και διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας με την Τουρκία, χωρίς όμως αυταπάτες για τις μακροπρόθεσμες επιδιώξεις της Άγκυρας.
Η «σιωπηλή επαναπροσέγγιση» της Τουρκίας με τη Δύση δεν αποτελεί ήττα του Ερντογάν ούτε νίκη της Ευρώπης.
Αποτελεί προσαρμογή σε μια νέα διεθνή πραγματικότητα.
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή συνιστά ταυτόχρονα ευκαιρία και πρόκληση.
Ευκαιρία, επειδή επιβεβαιώνει ότι η γεωπολιτική αναβάθμιση της χώρας τα τελευταία χρόνια δεν ήταν συγκυριακή αλλά στρατηγική.
Πρόκληση, επειδή μια Τουρκία που επανασυνδέεται με τη Δύση είναι πιθανό να αποκτήσει περισσότερα διπλωματικά και οικονομικά εργαλεία για να προωθήσει τις δικές της επιδιώξεις.
Το ζητούμενο για την Αθήνα δεν είναι να εμποδίσει αυτή την πορεία.
Είναι να διασφαλίσει ότι η δική της αναβαθμισμένη θέση θα παραμείνει ισχυρότερη, σταθερότερη και πιο αξιόπιστη από ποτέ σε ένα διεθνές περιβάλλον που αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα.-
*****
ΓΡΑΨΤΕ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΣΑΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:
Ο Κυριάκος και οι επτά νάνοι της αντιπολίτευσης
Καπιταλισμός, το σύστημα που όλοι καταγγέλλουν αλλά κανείς δεν μπορεί να αντικαταστήσει
Η μεγάλη ψευδαίσθηση της ισότητας στις σύγχρονες κοινωνίες
Περί της αποφυλάκισης του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου
Γιατί οι Ευρωπαίοι εγκαταλείπουν τον σοσιαλισμό
Η μεγάλη έρημος της Βρετανίας μετά το brexit- από τι γλίτωσε η Ελλάδα
Η Δύση μπροστά στη μεγάλη πολιτισμική ρωγμή
Ρεπουμπλικανισμός: Η Δημοκρατία των ελεύθερων πολιτών
Η αντιπολίτευση ψάχνει τον δεύτερο, κι όλοι δουλεύουν για τον Μητσοτάκη
Κωνσταντίνου Καβάφη, «το πρώτο σκαλί»
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...