Γράφει ο Μάκης Γεωργιάδης
Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική καμπή.
Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, η κυρίαρχη αντίληψη στη Δύση ήταν ότι η παγκοσμιοποίηση, το ελεύθερο εμπόριο και η διαρκής άρση των οικονομικών συνόρων θα οδηγούσαν σχεδόν αυτόματα σε ευημερία, ειρήνη και σταθερότητα.
Η λογική αυτή διαμόρφωσε όχι μόνο τις αμερικανικές κυβερνήσεις μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, αλλά και το ίδιο το διεθνές οικονομικό σύστημα.
Ωστόσο, αυτή η εποχή φτάνει σταδιακά στο τέλος της.
Και η άνοδος του Ντόναλντ Τραμπ δεν αποτυπώνει μόνον έναν «ατυχή εκτροχιασμό» της αμερικανικής πολιτικής.
Πιστοποιεί την έκφραση μιας βαθύτερης ιστορικής μεταβολής: της επιστροφής του οικονομικού εθνικισμού και της αμφισβήτησης της παγκοσμιοποίησης ως κυρίαρχου δόγματος.
Ο Μπομπ Λαϊτχάιζερ, πρώην εμπορικός εκπρόσωπος των ΗΠΑ επί προεδρίας Τραμπ και βασικός αρχιτέκτονας του νέου αμερικανικού προστατευτισμού, υποστηρίζει ότι το μεταπολεμικό μοντέλο του ελεύθερου εμπορίου δεν ωφέλησε τελικά το σύνολο της αμερικανικής κοινωνίας, αλλά κυρίως τις πολυεθνικές εταιρείες, τα χρηματοπιστωτικά κέντρα και τις οικονομικές ελίτ.
Κατά την άποψή του, η αποβιομηχάνιση των Ηνωμένων Πολιτειών, η κατάρρευση ολόκληρων βιομηχανικών περιοχών, η εκτόξευση των κοινωνικών ανισοτήτων και η εξάρτηση της αμερικανικής οικονομίας από την Κίνα δεν ήταν «παράπλευρες απώλειες», αλλά το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας οικονομικής φιλοσοφίας που θεωρούσε ότι οι αγορές αυτορυθμίζονται και ότι η εθνική παραγωγή έχει μικρότερη σημασία από τη μεγιστοποίηση του παγκόσμιου κέρδους.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Η Κίνα βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης.
Ο Λαϊτχάιζερ επιμένει ότι το Πεκίνο εκμεταλλεύτηκε τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου χωρίς ποτέ να ενσωματωθεί πραγματικά στη φιλοσοφία της ελεύθερης αγοράς.
Αντίθετα, αξιοποίησε το κρατικό του μοντέλο, τις επιδοτήσεις, τον αυστηρό έλεγχο της οικονομίας και τη στρατηγική βιομηχανική πολιτική για να κυριαρχήσει σε κρίσιμους τομείς της παγκόσμιας παραγωγής.
Κατά την εκτίμησή του, η Δύση έκανε ένα θεμελιώδες λάθος: πίστεψε ότι η οικονομική ενσωμάτωση της Κίνας θα οδηγούσε αναπόφευκτα και σε πολιτική φιλελευθεροποίηση.
Αντί όμως να «δυτικοποιηθεί» η Κίνα, συνέβη σε μεγάλο βαθμό το αντίθετο: η ίδια η Δύση βρέθηκε εξαρτημένη από ένα αυταρχικό κράτος που απέκτησε τεράστια γεωοικονομική ισχύ.
Η πανδημία, ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες επιτάχυναν αυτή τη συνειδητοποίηση.
Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, οι δυτικές κυβερνήσεις άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι η απόλυτη εξάρτηση από φθηνές εισαγωγές μπορεί να μετατραπεί σε στρατηγική αδυναμία.
Έτσι, όροι όπως «στρατηγική αυτονομία», «επαναβιομηχάνιση», «ασφάλεια εφοδιαστικών αλυσίδων» και «οικονομική κυριαρχία» επανέρχονται δυναμικά στο προσκήνιο. Και αυτή ακριβώς είναι, σύμφωνα με τον Λαϊτχάιζερ, η μεγάλη ιδεολογική αλλαγή της εποχής μας.
Ο πρώην αξιωματούχος της κυβέρνησης Τραμπ θεωρεί ότι οι δασμοί, οι εμπορικοί περιορισμοί και η κρατική παρέμβαση δεν πρέπει πλέον να αντιμετωπίζονται ως «παρεκκλίσεις» από την ορθόδοξη οικονομία, αλλά ως απαραίτητα εργαλεία εθνικής επιβίωσης.
Υποστηρίζει ότι η προστασία της εγχώριας παραγωγής δεν είναι αναχρονισμός, αλλά προϋπόθεση πολιτικής και κοινωνικής σταθερότητας.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μεγαλύτερη πολιτική σημασία της ανάλυσής του.
Ο οικονομικός προστατευτισμός δεν παρουσιάζεται απλώς ως τεχνική επιλογή οικονομικής πολιτικής, αλλά ως απάντηση στην κρίση της ίδιας της δημοκρατίας.
Ο Λαϊτχάιζερ συνδέει ευθέως την κατάρρευση της μεσαίας τάξης με την πολιτική απονομιμοποίηση των παραδοσιακών κομμάτων και με την άνοδο λαϊκιστικών ή αντισυστημικών κινημάτων σε ολόκληρη τη Δύση.
Με άλλα λόγια, η παγκοσμιοποίηση δεν παρήγαγε μόνο οικονομικές ανισότητες· παρήγαγε και πολιτική αποσταθεροποίηση.
Το ενδιαφέρον είναι ότι πολλές από τις ιδέες που πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν «αιρετικές» ή περιθωριακές, σήμερα υιοθετούνται ακόμη και από πολιτικούς αντιπάλους του Τραμπ.
Η κυβέρνηση Μπάιντεν, παρά τη διαφορετική ρητορική της, διατήρησε μεγάλο μέρος των δασμών προς την Κίνα, επένδυσε μαζικά στη βιομηχανική πολιτική μέσω του Inflation Reduction Act και επιχείρησε να περιορίσει την κινεζική πρόσβαση σε κρίσιμες τεχνολογίες.
Αυτό δείχνει ότι η μετατόπιση δεν είναι συγκυριακή αλλά δομική.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να εγκαταλείπουν σταδιακά την εποχή της «ανεπιφύλακτης παγκοσμιοποίησης» και να εισέρχονται σε μια περίοδο οικονομικού ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων.
Η Ευρώπη παρακολουθεί αυτές τις εξελίξεις με αμηχανία.
Από τη μία πλευρά, η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει βαθιά συνδεδεμένη με το μοντέλο του ανοικτού εμπορίου.
Από την άλλη όμως, οι αλλεπάλληλες κρίσεις έχουν ενισχύσει και στην Ευρώπη τη συζήτηση για στρατηγική αυτονομία, ενεργειακή ασφάλεια και παραγωγική ανασυγκρότηση.
Ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, η Ευρώπη συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να εξαρτάται πλήρως ούτε από τη ρωσική ενέργεια ούτε από την κινεζική βιομηχανία ούτε αποκλειστικά από την αμερικανική στρατιωτική προστασία.
Η συζήτηση για ένα νέο οικονομικό και γεωπολιτικό μοντέλο έχει ήδη ξεκινήσει.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, χώρες όπως η Ελλάδα αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Η γεωπολιτική της θέση, ο ρόλος της ως ενεργειακού και διαμετακομιστικού κόμβου στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και η συμμετοχή της σε νέους ευρωπαϊκούς και περιφερειακούς άξονες συνεργασίας, της δίνουν μια αυξημένη στρατηγική σημασία σε μια εποχή όπου οι εφοδιαστικές αλυσίδες, οι θαλάσσιοι δρόμοι και η ενεργειακή ασφάλεια αποκτούν κεντρικό ρόλο.
Η ανάλυση του Λαϊτχάιζερ δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις.
Ούτε αγνοεί τους κινδύνους ενός ακραίου προστατευτισμού που θα μπορούσε να οδηγήσει σε εμπορικούς πολέμους, αύξηση του κόστους ζωής και παγκόσμια αστάθεια.
Θέτει όμως ένα κρίσιμο ερώτημα που πλέον διαπερνά ολόκληρο τον δυτικό κόσμο: μπορεί να υπάρξει δημοκρατική σταθερότητα χωρίς παραγωγική ισχύ και οικονομική κυριαρχία;
Αυτό είναι ίσως το μεγάλο δίλημμα της επόμενης δεκαετίας.
Και γι’ αυτό η συζήτηση που άνοιξε ο Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν αφορά μόνο στην Αμερική.
Αφορά συνολικά στη Δύση, την Ευρώπη και το μέλλον του ίδιου του διεθνούς οικονομικού συστήματος.-
*****
ΓΡΑΨΤΕ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΣΑΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Η ιδέα της Ευρώπης, ο Μητσοτάκης, ο Μακρόν και ο Βίκτορ Ουγκό
Η Αριστερά επιμένει πεισματικά στα αδιέξοδά της
Ο Περσέας στη Φλωρεντία: Όταν η Ελλάδα δημιουργεί την Ευρώπη
Έχει και σήμερα στις τάξεις της έναν «Συμπιλίδη» η Νέα Δημοκρατία;
Όλα όσα κρύβονται πίσω από τις ανισότητες και τις οξύνουν
Επίκουρος, ο πρωτεργάτης της πνευματικής επανάστασης
Η επινόηση της ψυχής, ένα πολιτισμικό θαύμα
Ποιο είναι το μεγαλύτερο θύμα του αντισυστημισμού;
Μαρσέλ Προυστ: Η λογοτεχνία ως κλειδί της προσωπικής ελευθερίας
Στο «καραμανλικό- σαμαρικό» μπλοκ οι πιο πολλοί εμπλεκόμενοι βουλευτές στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...