Γράφει ο Μάκης Γεωργιάδης
Πέρα από το επιφανειακό ρεπορτάζ, αυτό που χρειάζεται, είναι μια βαθιά ανάλυση της σημασίας αλλά και των ορίων που έχουν οι συναντήσεις κορυφής ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, ειδικά σε μια περίοδο όπως η τωρινή, κατά την οποία η αντιπαράθεση των δύο υπερδυνάμεων καθορίζει πλέον την παγκόσμια ισορροπία.
Τέτοιες Σύνοδοι Κορυφής εκφεύγουν κατά πολύ από τις απλές διπλωματικές τελετουργίες και μετατρέπονται σε κομβικά γεγονότα που μπορούν είτε να αποτρέψουν μια ιστορική σύγκρουση είτε να επιταχύνουν την πορεία προς αυτήν.
Οι προσωπικές επαφές των ηγετών Ουάσιγκτον και Πεκίνου παραμένουν απολύτως αναγκαίες, ακόμη κι όταν οι δομικές αντιθέσεις των δύο χωρών φαίνονται σχεδόν αγεφύρωτες.
Στην πραγματικότητα, όσο πιο βαθιά γίνεται η αντιπαράθεση ΗΠΑ- Κίνας, τόσο μεγαλύτερη καθίσταται η ανάγκη ύπαρξης άμεσων διαύλων επικοινωνίας μεταξύ των δύο ηγεσιών.
Ο Ρόμπερτ Χόρματς στο Foreign Affairs, θυμίζει ότι στην ιστορία των διεθνών σχέσεων οι προσωπικές συναντήσεις ηγετών λειτούργησαν συχνά ως μηχανισμοί εκτόνωσης κρίσεων.
Από τη διπλωματία του Ψυχρού Πολέμου μέχρι τις αμερικανοσοβιετικές συμφωνίες για τα πυρηνικά, η απευθείας επαφή κορυφής είχε συχνά μεγαλύτερη αξία από δεκάδες επίσημες διαπραγματεύσεις χαμηλότερου επιπέδου.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Σήμερα όμως, υποστηρίζει, η περίπτωση της Κίνας είναι πολύ πιο σύνθετη.
Δεν πρόκειται απλώς για μια αναθεωρητική δύναμη που αμφισβητεί αμερικανικές επιλογές.
Πρόκειται για έναν παγκόσμιο ανταγωνιστή με τεράστιο οικονομικό, τεχνολογικό και στρατιωτικό αποτύπωμα, ο οποίος διεκδικεί ουσιαστικά ισότιμη θέση απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αυτό ακριβώς είναι και το μεγαλύτερο διακύβευμα των αμερικανοκινεζικών Συνόδων Κορυφής: η διαχείριση μιας μετάβασης ισχύος χωρίς να οδηγηθεί ο κόσμος σε ανοιχτή σύγκρουση.
Το Πεκίνο επιδιώκει να αναγνωριστεί ως ισότιμος πυλώνας της παγκόσμιας τάξης, ενώ η Ουάσιγκτον προσπαθεί να αποτρέψει την απώλεια της στρατηγικής της πρωτοκαθεδρίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η προσωπική χημεία ανάμεσα στους ηγέτες.
Οι συναντήσεις κορυφής δεν παράγουν πάντοτε άμεσα αποτελέσματα ή θεαματικές συμφωνίες.
Συχνά όμως δημιουργούν ένα ελάχιστο επίπεδο αμοιβαίας κατανόησης, απαραίτητο ώστε να αποφεύγονται παρερμηνείες, υπερβολικές αντιδράσεις και επικίνδυνες κλιμακώσεις.
Αυτό είναι κρίσιμο ειδικά στο ζήτημα της Ταϊβάν, το οποίο παρουσιάζεται ως η πιο επικίνδυνη πιθανή εστία σύγκρουσης του 21ου αιώνα.
Ο Χόρματς σημειώνει ότι οι σχέσεις ΗΠΑ- Κίνας δεν θυμίζουν πλέον ούτε την εποχή της συνεργασίας των δεκαετιών 1990 και 2000 ούτε έναν κλασικό Ψυχρό Πόλεμο.
Είναι μια σχέση βαθιάς αλληλεξάρτησης και ταυτόχρονα σκληρού ανταγωνισμού.
Οι δύο οικονομίες είναι ακόμη στενά συνδεδεμένες στο εμπόριο, στην τεχνολογία, στις αλυσίδες παραγωγής και στις χρηματοπιστωτικές ροές, αλλά ταυτόχρονα συγκρούονται για την τεχνητή νοημοσύνη, τα μικροτσίπ, τις σπάνιες γαίες, τη στρατιωτική ισχύ στον Ειρηνικό και την παγκόσμια επιρροή.
Αυτή η αντίφαση καθιστά τις συνόδους κορυφής και αναγκαίες και επικίνδυνες ταυτόχρονα.
Αναγκαίες, γιατί χωρίς επικοινωνία οι πιθανότητες στρατηγικού ατυχήματος αυξάνονται δραματικά.
Επικίνδυνες, γιατί μια αποτυχημένη σύνοδος μπορεί να επιταχύνει την καχυποψία και να ενισχύσει τις ακραίες φωνές και στις δύο πλευρές.
Ο συγγραφέας δείχνει επίσης ότι πίσω από κάθε δημόσια χειραψία κρύβεται μια τεράστια μάχη συμβολισμών.
Η Κίνα επιδιώκει μέσω αυτών των συναντήσεων να παρουσιάσει τον εαυτό της ως παγκόσμια υπερδύναμη ίσου βάρους με τις ΗΠΑ.
Η εικόνα του Σι Τζινπίνγκ δίπλα στον Αμερικανό πρόεδρο έχει για το Πεκίνο στρατηγική σημασία, καθώς ενισχύει το αφήγημα περί ενός «διπολικού κόσμου» στον οποίο η αμερικανική μονοκρατορία έχει τελειώσει.
Από την άλλη πλευρά, η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει το δίλημμα του πώς θα συνομιλεί με την Κίνα χωρίς να δίνει την εντύπωση παραχώρησης ή αποδοχής κινεζικής ηγεμονίας στην Ασία.
Εδώ βρίσκεται και η λεπτή ισορροπία της αμερικανικής στρατηγικής: συνεργασία όπου είναι απαραίτητη, αποτροπή όπου θεωρείται αναγκαία.
Πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα δεν μπορούν πλέον να αγνοήσουν η μία την άλλη σε κρίσιμα διεθνή ζητήματα.
Από την κλιματική αλλαγή μέχρι τις ενεργειακές ροές, από τη σταθερότητα των αγορών μέχρι τις περιφερειακές κρίσεις, καμία μεγάλη παγκόσμια υπόθεση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά χωρίς έναν στοιχειώδη συντονισμό των δύο υπερδυνάμεων.
Αυτό δεν σημαίνει στρατηγική συμφιλίωση.
Σημαίνει όμως ότι η πλήρης ρήξη θα είχε καταστροφικές συνέπειες για ολόκληρο το διεθνές σύστημα.
Σημαντική παράμετρος είναι και το ότι η σημερινή αντιπαράθεση δεν είναι μόνο γεωπολιτική αλλά και ιδεολογική.
Η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο εκπροσωπούν διαφορετικά πολιτικά και οικονομικά μοντέλα.
Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να προβάλλουν το φιλελεύθερο δημοκρατικό πρότυπο, ενώ η Κίνα επιχειρεί να αποδείξει ότι ένα αυταρχικό αλλά τεχνοκρατικά αποτελεσματικό κράτος μπορεί να ανταγωνιστεί επιτυχώς τη Δύση.
Παράλληλα, η διπλωματία κορυφής δεν αρκεί από μόνη της.
Χρειάζεται να συνοδεύεται από σταθερούς μηχανισμούς επικοινωνίας, θεσμικούς διαύλους, στρατιωτικές επαφές και οικονομικές συνεννοήσεις.
Διαφορετικά, οι ίδιες οι σύνοδοι κινδυνεύουν να μετατραπούν σε στιγμές θεατρικής αντιπαράθεσης χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.
Η παγκόσμια κοινότητα παρακολουθεί αυτές τις συναντήσεις με τεράστιο ενδιαφέρον και αγωνία.
Οι ευρωπαϊκές χώρες, η Ιαπωνία, η Ινδία, αλλά και οι αναδυόμενες δυνάμεις του Νότου προσπαθούν να καταλάβουν προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί η διεθνής τάξη.
Κάθε ένδειξη σταθεροποίησης των αμερικανοκινεζικών σχέσεων προκαλεί ανακούφιση στις αγορές και στους συμμάχους.
Αντίστοιχα, κάθε ένδειξη κλιμάκωσης ενισχύει τους φόβους για έναν νέο, βαθύ παγκόσμιο διχασμό.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η σταδιακή μετάβαση σε έναν πιο πολυπολικό κόσμο ενισχύει την ανάγκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αποκτήσει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία και γεωπολιτική συνοχή.
Η Ελλάδα ειδικά, χάρη στη γεωγραφική της θέση, τις ενεργειακές της διασυνδέσεις, τον κάθετο διάδρομο μεταφοράς ενέργειας και τη στενή συνεργασία της με ΗΠΑ, Γαλλία και περιφερειακούς εταίρους, αποκτά αυξανόμενο ρόλο ως πυλώνας σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και στη νοτιοανατολική πτέρυγα της Δύσης.
Οι μεγάλες παγκόσμιες ανακατατάξεις, αναδεικνύουν τη γεωπολιτική αξία της Αθήνας ως κόμβου ενέργειας, ασφάλειας και ευρωπαϊκής στρατηγικής παρουσίας.
Το τελικό συμπέρασμα είναι μάλλον ρεαλιστικό παρά αισιόδοξο.
Οι ΗΠΑ και η Κίνα δύσκολα θα επιστρέψουν σε μια εποχή βαθιάς συνεργασίας.
Ο ανταγωνισμός τους είναι πλέον δομικός και μακροχρόνιος.
Ωστόσο, η ύπαρξη διαύλων επικοινωνίας και η συνέχιση της διπλωματίας κορυφής μπορεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα απέναντι στον κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης σύγκρουσης.
Στον κόσμο που διαμορφώνεται, η διαχείριση της αντιπαράθεσης ίσως αποδειχθεί εξίσου σημαντική με την ίδια την ισορροπία ισχύος.-
*****
ΓΡΑΨΤΕ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΣΑΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Η ιδέα της Ευρώπης, ο Μητσοτάκης, ο Μακρόν και ο Βίκτορ Ουγκό
Η Αριστερά επιμένει πεισματικά στα αδιέξοδά της
Ο Περσέας στη Φλωρεντία: Όταν η Ελλάδα δημιουργεί την Ευρώπη
Έχει και σήμερα στις τάξεις της έναν «Συμπιλίδη» η Νέα Δημοκρατία;
Όλα όσα κρύβονται πίσω από τις ανισότητες και τις οξύνουν
Επίκουρος, ο πρωτεργάτης της πνευματικής επανάστασης
Η επινόηση της ψυχής, ένα πολιτισμικό θαύμα
Ποιο είναι το μεγαλύτερο θύμα του αντισυστημισμού;
Μαρσέλ Προυστ: Η λογοτεχνία ως κλειδί της προσωπικής ελευθερίας
Στο «καραμανλικό- σαμαρικό» μπλοκ οι πιο πολλοί εμπλεκόμενοι βουλευτές στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...