Γράφει ο Ευγένιος
Μας κάνει άραγε η ανάγνωση καλύτερους ανθρώπους;
Μας καθιστά πιο ευαίσθητους, πιο συμπονετικούς, πιο ικανούς στην κρίση μας;
Και αν δεν μας «ηθικοποιεί», τότε σε τι χρησιμεύει;
Πριν από περίπου εκατόν είκοσι χρόνια, ένας αναποφάσιστος, λεπταίσθητος γόνος εύπορης οικογένειας γιατρού θεώρησε αυτά τα ερωτήματα τόσο σημαντικά, ώστε πήρε την πένα του για να υποστηρίξει πως όχι, τα βιβλία δεν αποτελούν εργαλεία ηθικής βελτίωσης.
Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Μαρσέλ Προυστ.
Στο δοκίμιό του Περί Αναγνώσεως (Sur la lecture, 1905), ο Προυστ ισχυρίζεται ότι, μολονότι υπήρξε παθιασμένος αναγνώστης από νεαρή ηλικία, τα βιβλία δεν του πρόσφεραν ποτέ κάποια «χρήσιμη» ή κοινωνικά αξιοσέβαστη διδασκαλία.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει πως ήταν μάταια.
Αντιθέτως: διαμόρφωσαν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τη ζωή, διατηρώντας ανεξίτηλες τις εντυπώσεις του κόσμου γύρω του.
Συγγενείς που είχαν πεθάνει, τόποι που δεν είχε δει επί χρόνια, στιγμές που είχαν χαθεί μέσα στον χρόνο, συνέχιζαν να ζουν στη μνήμη του μέσω της ανάγνωσης.
Τα βιβλία κρατούσαν ζωντανές τις αισθήσεις του παρελθόντος.
Η λογοτεχνία έκανε τον χρόνο απτό, κάτι που μπορεί κανείς να αγγίξει χωρίς να το καταργήσει.
Σήμερα, κοιτάζοντας αναδρομικά, είναι εύκολο να διακρίνουμε σε εκείνο το δοκίμιο τον πρώτο σπινθήρα που αργότερα θα γινόταν η μνημειώδης σύνθεση Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο (1913-1927).
Ωστόσο, το κείμενο αυτό δεν γεννήθηκε ως έμπνευση μιας απομονωμένης ιδιοφυΐας.
Δημοσιεύθηκε ως πρόλογος στη γαλλική μετάφραση του έργου του Τζον Ράσκιν Sesame and Lilies (1865), ενός βιβλίου που συγκέντρωνε δύο διαλέξεις του Άγγλου στοχαστή στο Μάντσεστερ το 1864.
Η ενασχόληση του Προυστ με τον Ράσκιν τον βοήθησε να κατανοήσει γιατί διαφωνούσε τόσο βαθιά με έναν συγγραφέα που ταυτόχρονα θαύμαζε: τον ενοχλούσε η ηθικολογική υπεράσπιση της ανάγνωσης.
Ο Ράσκιν θρηνούσε για την πνευματική ένδεια της βικτωριανής Βρετανίας, όπου κάθε σκοπός είχε μολυνθεί από την ιδέα ότι τα πάντα πρέπει να «αποδίδουν».
Κατά τη γνώμη του, αυτός ο ωφελιμιστικός τρόπος σκέψης καθιστούσε τα βιβλία περιττά, διότι η αληθινή παιδεία είναι άσκηση ανιδιοτέλειας: η ικανότητα να συλλογίζεται κανείς γενναιόδωρα το νόημα των λέξεων.
Ο Ράσκιν μάλιστα χαρακτήριζε την εποχή του αναλφάβητη, παρότι η εκπαίδευση εξαπλωνόταν.
Πίστευε ότι οι άνθρωποι διάβαζαν επιφανειακά και για λάθος λόγους: κυρίως για κοινωνική προβολή και κύρος.
Γι’ αυτό και ζητούσε μια πνευματική αντεπίθεση: να οργανωθούν «στρατοί στοχαστών αντί για στρατούς μαχαιροβγαλτών».
Για να πείσει το κοινό του, ο Ράσκιν μιλούσε συχνά στη γλώσσα του αντιπάλου του, δηλαδή στη γλώσσα του κέρδους και της ζημίας.
Υποστήριζε ότι είναι καλύτερη επένδυση να βλέπουμε την παιδεία ως άσκηση προσεκτικής ανάγνωσης παρά ως διαβατήριο εισόδου σε κερδοφόρους κοινωνικούς κύκλους.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Στα ράφια μιας βιβλιοθήκης, έλεγε, βρίσκονται διαθέσιμα τα σοφότερα πνεύματα όλων των εποχών, έτοιμα να συνομιλήσουν μαζί μας.
Τα βιβλία πλουτίζουν και ενδυναμώνουν τον αναγνώστη.
Ο Προυστ αντιτάχθηκε σθεναρά σε αυτή την ιδέα.
Του φαινόταν παράλογο να παρουσιάζεται η ανάγνωση ως προνομιακή είσοδος σε έναν κόσμο σοφίας, σαν να επρόκειτο για επιστολή συστάσεως προς την αλήθεια.
Στη δική του αντίληψη, το διάβασμα δεν μοιάζει καθόλου με την κοινωνική συναναστροφή.
Στην κοινωνική ζωή ο λόγος υπόκειται πάντοτε σε περιορισμούς, συμβάσεις, ιεραρχίες και υπολογισμούς.
Αντίθετα, ο αναγνώστης απολαμβάνει απόλυτη ελευθερία: μπορεί να βρει βαρετούς ακόμη και τους μεγαλύτερους συγγραφείς ή να τους αγαπήσει για λόγους εντελώς διαφορετικούς από όσους εκείνοι είχαν κατά νου.
Τα βιβλία, κατά τον Προυστ, δεν δημιουργούν μια ανώτερη μορφή συνομιλίας.
Επιτρέπουν μάλλον ένα «γόνιμο θαύμα επικοινωνίας μέσα στη μοναξιά».
Οι μεγάλοι συγγραφείς δεν μας αποκαλύπτουν απλώς το μεγαλείο του νου τους.
Μας καθοδηγούν στο να καλλιεργήσουμε τη δική μας ικανότητα να κατανοούμε τις λέξεις και τα πράγματα.
Υπό αυτή την έννοια, τα βιβλία μας συνδέουν με το πλουσιότερο μέρος του εαυτού μας.
Το νόημα που δίνουμε στις λέξεις καθώς διαβάζουμε συνδέεται μοναδικά με τη δική μας εμπειρία και δεν μπορεί ποτέ να επαναληφθεί αυτούσιο από άλλον.
Έτσι, η ανάγνωση γίνεται η πληρέστερη και πιο συγκεκριμένη μεσολάβηση των αισθήσεών μας.
Και όταν διαβάζουμε κείμενα παλαιών εποχών, ο Προυστ αναφέρει τον Ρακίνα και τον Σαιν- Σιμόν, και καταφέρνουμε να τα κατανοήσουμε παρά τις αλλαγές της γλώσσας και των ηθών, αγγίζουμε κάτι που μοιάζει με αθανασία.
Ο Προυστ μοιραζόταν με τον Ράσκιν τον σεβασμό προς τη δύναμη του γραπτού λόγου.
Όμως περίμεναν εντελώς διαφορετικά οφέλη από την ανάγνωση.
Η διαφορά τους βρίσκεται στον ρόλο που αποδίδουν στον συγγραφέα και στον αναγνώστη.
Ο Προυστ έβλεπε την ανάγνωση ως μορφή ηθικής άσκησης, όχι ως ηθικοδιδακτική εκπαίδευση.
Το «θαύμα» της ανάγνωσης δεν εξαρτάται καν από την ποιότητα του βιβλίου.
Ακόμη και μέτρια έργα μπορούν να λειτουργήσουν γόνιμα, αρκεί να μας φέρουν σε επαφή με μια δημιουργική συνείδηση και, μέσω αυτής, με τις κρυμμένες δυνατότητες του δικού μας εαυτού.
Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, η θέση του Προυστ φάνηκε να υπερισχύει.
Η κριτική θεωρία στράφηκε στην εσωτερική μορφή των κειμένων, στη δομή, στη γλώσσα, στην πολυσημία.
Ο Ρολάν Μπαρτ, ο Ζακ Ντεριντά και άλλοι θεωρητικοί αντιμετώπισαν τη λογοτεχνία όχι ως σχολείο αρετής, αλλά ως σύνθετο γλωσσικό γεγονός.
Η ιδέα ότι η ανάγνωση οφείλει να μας κάνει ηθικά καλύτερους θεωρήθηκε αφελής ή ξεπερασμένη.
Κι όμως, στον 21ο αιώνα η ηθικολογική θεώρηση της λογοτεχνίας επανέρχεται με νέα μορφή.
Η ψηφιακή εποχή, η κυριαρχία των οθονών και η μείωση της βαθιάς ανάγνωσης έχουν προκαλέσει έναν νέο πανικό για την πνευματική παρακμή.
Συντηρητικοί υπερασπίζονται τα «μεγάλα βιβλία» ως φορείς σωστών αξιών και αισθητικής αγωγής.
Προοδευτικοί επικρίνουν τον παλαιό κανόνα και ζητούν έργα που καλλιεργούν ενσυναίσθηση προς αποκλεισμένες ομάδες.
Και οι δύο πλευρές συχνά αντιμετωπίζουν τα βιβλία σαν έτοιμα προϊόντα σκέψης, που μας λένε εκ των προτέρων τι πρέπει να συμπεράνουμε.
Ο Προυστ θα διαφωνούσε.
Για εκείνον, η αξία της λογοτεχνίας δεν βρίσκεται σε έτοιμα διδάγματα.
Βρίσκεται στην ελευθερία που μας χαρίζει να αναζητούμε μόνοι μας νόημα.
Η λογοτεχνία δεν είναι ούτε πολιτική προπαγάνδα ούτε κήρυγμα.
Είναι ένας ιδιαίτερος τρόπος να κατοικήσουμε την πολυπλοκότητα του κόσμου.
Στη σημερινή εποχή, όπου εικόνες, σύντομα μηνύματα και αδιάκοπη πληροφορία μάς κατακλύζουν, ίσως η θέση του Προυστ είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.
Οι εικόνες επιβάλλονται γρήγορα στο βλέμμα και στο συναίσθημα.
Ο γραπτός λόγος απαιτεί χρόνο, συμμετοχή, ερμηνεία.
Μας αφήνει μεγαλύτερο περιθώριο να συμφωνήσουμε, να αμφισβητήσουμε, να αναστοχαστούμε.
Κυρίως, δεν μας επιτρέπει να αναθέσουμε σε άλλους το έργο της κατανόησης της ίδιας μας της εμπειρίας.
Η λογοτεχνία έχει έναν σκοπό διαφορετικό από την πολιτική στρατολόγηση και από την ηθικολογική διδασκαλία.
Η μεγάλη της χρησιμότητα αποκαλύπτεται όταν σταματούμε να ζητούμε από αυτήν μεγάλες και εύκολες απαντήσεις.
Τότε μας προσφέρει κάτι ανώτερο: τη χαρά μιας πιο βαθιάς εμπειρίας, την απόλαυση της αμφισημίας, την άσκηση της εσωτερικής ελευθερίας.
Αυτό είχε καταλάβει ο Προυστ όταν έγινε συγγραφέας: τα βιβλία δεν μας μαθαίνουν έτοιμες αλήθειες.
Μας βοηθούν μόνο να σηκώσουμε, έστω λίγο, «το πέπλο της ασχήμιας και της ασημαντότητας» που μας κάνει αδιάφορους απέναντι στο σύμπαν.
Και αυτή η μερική, ατελής αλλά ουσιώδης προσπάθεια, είναι ίσως όλος ο κόσμος.-
*****
ΓΡΑΨΤΕ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΣΑΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Οι διεθνείς ανακατατάξεις ισχύος και η ελληνική ευκαιρία στην Ανατολική Μεσόγειο
Η μεγάλη παγίδα των δημοψηφισμάτων: Ελλάδα, Βρετανία, Ιταλία
«Κοινωνική πλειοψηφία», η νέα ευφάνταστη επινόηση της Αριστεράς
Η απάτη του υλισμού: Γιατί η επιστήμη δεν έχει λύσει το μυστήριο της συνείδησης
«Λευκές Νύχτες»: Ο Ντοστογιέφσκι απέναντι στη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου
Βοκκάκιος, ο πρώτος Δυτικοευρωπαίος
Ποιος ξεγέλασε τους Τρώες; (Όχι, δεν ήταν ο Οδυσσέας)
Η επιδραστική σκέψη του Γιούργκεν Χάμπερμας στη σημερινή δυτική Δημοκρατία
Όταν ο πόλεμος γίνεται θέαμα: Η νέα, ψηφιακή εποχή της προπαγάνδας
Γιατί η στρατηγική της έντασης δεν γίνεται πολιτικό ρεύμα;
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...