Των Michael Sandel και Nathan Gardels
Ο Michael Sandel, συγγραφέας και καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Harvard, είναι ο βραβευμένος για το 2025 με το Βραβείο Berggruen για τη Φιλοσοφία και τον Πολιτισμό.
Πρόσφατα συνομίλησε με τον αρχισυντάκτη του Noema, Nathan Gardels, για τη μοίρα του φιλελευθερισμού και την ευαλωτότητα του «ουδέτερου κράτους».
Ο Gardels υπενθυμίζει ότι πριν από 40 χρόνια, στο Cambridge, είχαν συζητήσει στο σπίτι του διάσημου κοινωνιολόγου Daniel Bell για αυτό που τότε ονόμαζαν «αμερικανικό πολιτισμικό εμφύλιο πόλεμο».
Η συζήτηση αφορούσε την απώλεια κύρους του φιλελεύθερου κατεστημένου με την άνοδο του Ronald Reagan, τόσο πολιτικά όσο και πολιτισμικά, μια διάγνωση που, όπως σημειώνει, παραμένει επίκαιρη.
Ο Sandel είχε τότε επισημάνει ότι ο Reagan απηύθυνε λόγο που αντλούσε από τα «σύμβολα και τις απηχήσεις» της παραδοσιακής τάξης, ενώ οι Δημοκρατικοί είχαν καταστεί το κόμμα του εθνικού κράτους πρόνοιας, αποξενωμένοι από τους τοπικούς κοινωνικούς θεσμούς, όπως οι ερασιτεχνικές ενώσεις και οι εκκλησίες, τους οποίους αντιμετώπιζαν αφ’ υψηλού.
Παράλληλα, είχε αναδείξει την ευαλωτότητα ενός «ουδέτερου κράτους» που επιχειρεί να παραμείνει αμερόληπτο ανάμεσα σε ανταγωνιστικές αντιλήψεις για το «καλό».
Το πρόβλημα, όπως είχε τονίσει, είναι ότι η ανεκτικότητα δεν αποτελεί από μόνη της ολοκληρωμένο ιδανικό: δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς μια προϋπάρχουσα αντίληψη του κοινού αγαθού.
Η λύση, κατά τον ίδιο, ήταν να «εμποτιστεί η πολιτική με ηθικό και πνευματικό νόημα».
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Ο Gardels θέτει το ερώτημα αν αυτό ακριβώς δεν πέτυχε το κίνημα MAGA, αποδίδοντας ηθικό περιεχόμενο στο κράτος, όχι όμως με όρους φιλελεύθερων αξιών, αλλά μέσω των «ισχυρών θεών» της οικογένειας, της πίστης και του έθνους.
Ο Sandel συμφωνεί: το MAGA κατάφερε να εκφράσει την αίσθηση ότι ο ηθικός ιστός της κοινότητας διαλύεται, προβάλλοντας έναν έντονο εθνικισμό που διεκδικεί κυριαρχία και ταυτότητα.
Υπενθυμίζει ότι ήδη από την εποχή του Reagan, ο φιλελευθερισμός είχε παραχωρήσει στη δεξιά τη γλώσσα της κοινότητας, της ταυτότητας και του πατριωτισμού.
Ο Reagan, αν και υπέρμαχος της ελεύθερης αγοράς, συνδύαζε αυτόν τον λόγο με μια ισχυρή ρητορική κοινότητας και εθνικής υπερηφάνειας, στοιχείο που, κατά τον Sandel, υπήρξε καθοριστικό για την επιτυχία του.
Αντίθετα, οι φιλελεύθεροι αντιμετώπισαν με καχυποψία τον πατριωτισμό και δεν διατύπωσαν μια εναλλακτική εκδοχή του.
Αυτό το κενό επέτρεψε στο MAGA και στον Donald Trump να κυριαρχήσουν στον δημόσιο λόγο περί «ανήκειν».
Ακόμη και σήμερα, σημειώνει ο Sandel, οι συμβολικές κινήσεις (όπως οι ομιλίες μπροστά σε σημαίες) δεν αρκούν, αν δεν συνοδεύονται από ουσιαστικό περιεχόμενο για το τι σημαίνει κοινότητα και πολίτης.
Η επιμονή του φιλελευθερισμού στην ουδετερότητα απέναντι σε ηθικές αξίες δημιούργησε, σύμφωνα με τον Sandel, ένα ηθικό κενό στον δημόσιο λόγο.
Το κενό αυτό, όπως είχε προβλέψει, καλύφθηκε τελικά από στενές και συχνά μισαλλόδοξες μορφές ηθικολογίας: είτε από θρησκευτικό φονταμενταλισμό είτε από υπερεθνικισμό.
Στη συνέχεια, η συζήτηση στρέφεται στη μεταψυχροπολεμική περίοδο, όπου κυριάρχησαν οι κεντροαριστερές πολιτικές του Bill Clinton, του Tony Blair και του Barack Obama.
Οι πολιτικές αυτές προώθησαν την παγκοσμιοποίηση και μια έντονα ανταγωνιστική κοινωνική λογική, βασισμένη στην ατομική επιτυχία.
Το μήνυμα ήταν σαφές: όποιος εργάζεται σκληρά και μορφώνεται μπορεί να επιτύχει.
Όμως η αντίστροφη ανάγνωση αυτού του αφηγήματος ήταν ότι όσοι δεν τα κατάφερναν θεωρούνταν υπεύθυνοι για την αποτυχία τους.
Αυτό δημιούργησε βαθιά δυσαρέσκεια απέναντι σε μια πολιτική τάξη που εξυμνούσε την επιτυχία, αλλά άφηνε πίσω μεγάλα τμήματα της κοινωνίας.
Ο Sandel χαρακτηρίζει αυτή τη ρητορική «ρητορική της ανόδου» και επισημαίνει την προσβλητική της διάσταση: η υπόδειξη «βελτίωσε τον εαυτό σου» υπονοούσε ότι η αποτυχία είναι προσωπικό φταίξιμο.
Δεν είναι τυχαίο, σημειώνει, ότι περίπου το 62% των Αμερικανών δεν διαθέτει πανεπιστημιακό πτυχίο, γεγονός που ενίσχυσε το αίσθημα περιφρόνησης από τις ελίτ.
Αυτή η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια οδήγησε στην άνοδο του λαϊκισμού, όπως φάνηκε με το Brexit και την εκλογή του Trump το 2016.
Στη συνέχεια, η συζήτηση εστιάζει στην έννοια της ανεκτικότητας.
Ο Sandel διακρίνει ανάμεσα σε μια «ανεκτικότητα αποφυγής», που αποφεύγει τις ηθικές συγκρούσεις, και σε έναν «πλουραλισμό εμπλοκής», που ενθαρρύνει τον δημόσιο διάλογο πάνω σε δύσκολα ζητήματα.
Η πρώτη εκδοχή, αν και φαινομενικά ασφαλής, οδηγεί σε κρίση νομιμοποίησης, καθώς οι αποφάσεις λαμβάνονται υπό το πρόσχημα της ουδετερότητας, ενώ στην πράξη ευνοούν συγκεκριμένες ηθικές θέσεις.
Αντίθετα, ο «πλουραλισμός εμπλοκής» προϋποθέτει ενεργό διάλογο και πειθώ, όπως συνέβη στην περίπτωση της νομιμοποίησης των γάμων ομοφύλων, όπου η κοινωνική στάση άλλαξε μέσα από δημόσια συζήτηση και προσωπικές εμπειρίες.
Σε φιλοσοφικό επίπεδο, ο Sandel ασκεί κριτική στην ιδέα του «απελευθερωμένου εαυτού», που θεωρεί την ελευθερία ως αποδέσμευση από παραδόσεις και δεσμούς.
Αντίθετα, υποστηρίζει μια πιο απαιτητική, «πολιτειακή» αντίληψη της ελευθερίας: ελευθερία είναι η συμμετοχή στη διαμόρφωση του κοινού μέλλοντος, η ιδιότητα του ενεργού πολίτη.
Ωστόσο, ο σύγχρονος κόσμος της κατανάλωσης και της τεχνοκρατίας αποδυναμώνει αυτή τη διάσταση, περιορίζοντας τη φωνή των πολιτών και μεταφέροντας την εξουσία σε ειδικούς.
Η συζήτηση καταλήγει στο ζήτημα της δημόσιας σφαίρας.
Ο Sandel επισημαίνει ότι ο σημερινός δημόσιος λόγος είτε περιορίζεται σε άψυχες τεχνοκρατικές αναλύσεις είτε εκφυλίζεται σε οργισμένες αντιπαραθέσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Προτείνει τον περιορισμό των τοξικών επιρροών των social media και την αναζήτηση νέων μορφών δημόσιας διαβούλευσης, όπως συνελεύσεις πολιτών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρότασή του για τη χρήση της «κλήρωσης» (sortition) στην επιλογή πολιτών για συμμετοχή σε τέτοιες διαδικασίες, ως αντίβαρο στην κυριαρχία των επαγγελματικών ελίτ.
Τελικά, το κεντρικό ερώτημα παραμένει: ποιος αποφασίζει τι είναι το «καλό» σε μια κοινωνία;
Η απάντηση του Sandel είναι σαφής: μόνο μέσα από συλλογικό διάλογο και ενεργή συμμετοχή των πολιτών.
Και καταλήγει με μια ουσιαστική επισήμανση: η δημοκρατία δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς την «τέχνη της ακρόασης», όχι απλώς να ακούμε τα λόγια των άλλων, αλλά να κατανοούμε τις ηθικές πεποιθήσεις που τα θεμελιώνουν.
Αυτό είναι, τελικά, το πιο απαιτητικό αλλά και το πιο αναγκαίο καθήκον της σύγχρονης δημοκρατικής ζωής.-
Πηγή: noema
*****
ΓΡΑΨΤΕ ΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΣΑΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Οι διεθνείς ανακατατάξεις ισχύος και η ελληνική ευκαιρία στην Ανατολική Μεσόγειο
Η μεγάλη παγίδα των δημοψηφισμάτων: Ελλάδα, Βρετανία, Ιταλία
«Κοινωνική πλειοψηφία», η νέα ευφάνταστη επινόηση της Αριστεράς
Η απάτη του υλισμού: Γιατί η επιστήμη δεν έχει λύσει το μυστήριο της συνείδησης
«Λευκές Νύχτες»: Ο Ντοστογιέφσκι απέναντι στη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου
Βοκκάκιος, ο πρώτος Δυτικοευρωπαίος
Ποιος ξεγέλασε τους Τρώες; (Όχι, δεν ήταν ο Οδυσσέας)
Η επιδραστική σκέψη του Γιούργκεν Χάμπερμας στη σημερινή δυτική Δημοκρατία
Όταν ο πόλεμος γίνεται θέαμα: Η νέα, ψηφιακή εποχή της προπαγάνδας
Γιατί η στρατηγική της έντασης δεν γίνεται πολιτικό ρεύμα;
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...