Γράφει ο Διαμαντής Σεϊτανίδης
Η τηλεοπτική παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη αποτελεί μια στοχευμένη πολιτική κίνηση, που επιχειρεί να μετατοπίσει τη συζήτηση από τη διαχείριση μιας κρίσης στη διαμόρφωση ενός νέου πλαισίου λειτουργίας του κράτους και του πολιτικού συστήματος.
Η χρονική επιλογή έχει τη δική της αξία.
Έρχεται σε μια στιγμή, που οι κατηγορίες οι οποίες σχετίζονται με τις πρόσφατες υποθέσεις, έχουν αρχίσει να αποκτούν συγκεκριμένο περιεχόμενο, ενώ και η κυβερνητική στάση έχει αποσαφηνιστεί: άρση ασυλίας όπου απαιτείται, απομάκρυνση από θέσεις ευθύνης για όσους βρίσκονται υπό βαριά σκιά και σαφής προειδοποίηση ότι πρόσωπα που αντιμετωπίζουν κατηγορίες κακουργηματικού χαρακτήρα δεν θα έχουν θέση στα ψηφοδέλτια, όπως ακριβώς είχαμε προαναγγείλει στα videos της Εποπτείας.
Παράλληλα, η συγκυρία της πασχαλινής εξόδου, με τους κυβερνητικούς βουλευτές να επιστρέφουν στις περιφέρειές τους και να έρχονται αντιμέτωποι με μια πολύ πιο απαιτητική και πιεστική κοινωνική βάση, καθιστά αναγκαία μια κεντρική πολιτική τοποθέτηση που θα λειτουργήσει ως γραμμή άμυνας αλλά και ως αφήγημα.
Ωστόσο, το βάρος της παρέμβασης δεν εξαντλείται στη διαχείριση του παρόντος.
Ο πυρήνας του μηνύματος μετατοπίζεται σε κάτι βαθύτερο: στην προσπάθεια να αποδειχθεί ότι το φαινόμενο των πελατειακών πρακτικών δεν αντιμετωπίζεται μόνο με πολιτικές δηλώσεις, αλλά με δομικές αλλαγές που το καθιστούν πρακτικά ανεφάρμοστο.
Σε αυτό το σημείο εντάσσεται η έμφαση που δίνεται στην ψηφιοποίηση του κράτους, που έχει συντελεστεί τα τελευταία επτά χρόνια.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει μια συνεκτική αλυσίδα παρεμβάσεων που περιορίζουν δραστικά τα περιθώρια για «ρουσφέτια».
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Στον χώρο των Ενόπλων Δυνάμεων, για παράδειγμα, η υποχρεωτική κατάταξη απάντων στο Στρατό Ξηράς, επιδιώκει να καταργήσει τις άτυπες παρεμβάσεις και τις προσωπικές εξυπηρετήσεις.
Στο πεδίο των αγροτικών επιδοτήσεων, η μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ αποτελεί μια τομή που μεταφέρει τη διαχείριση των πόρων σε έναν πιο αυστηρό και ελεγχόμενο μηχανισμό.
Αντίστοιχα, η πλήρης ψηφιοποίηση των συναλλαγών με την εφορία περιορίζει δραστικά την ανάγκη φυσικής παρουσίας και άρα τις ευκαιρίες για αδιαφανείς συναλλαγές.
Η λογική είναι σαφής: όσο λιγότερη προσωπική διαμεσολάβηση απαιτείται, τόσο μικρότερο το πεδίο ανάπτυξης πελατειακών σχέσεων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η πρόταση για το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή, που αναμένεται να αποτελέσει έναν από τους βασικούς άξονες της πολιτικής συζήτησης.
Η πρόταση αυτή επιχειρεί να εισαγάγει έναν καθαρότερο διαχωρισμό ρόλων: ο υπουργός θα ασκεί εκτελεστική εξουσία χωρίς ταυτόχρονα να διατηρεί τη νομοθετική ιδιότητα του βουλευτή, ενώ η κοινοβουλευτική έδρα θα καλύπτεται από τον επόμενο επιλαχόντα.
Με αυτόν τον τρόπο, ενισχύεται θεσμικά η διάκριση των εξουσιών και περιορίζεται η υπερσυγκέντρωση πολιτικής ισχύος στο ίδιο πρόσωπο.
Απέναντι σε αυτή την πρόταση, η αντιπολίτευση διατυπώνει την ένσταση ότι ένας υπουργός χωρίς κοινοβουλευτικές υποχρεώσεις θα έχει μεγαλύτερο περιθώριο να καλλιεργεί πελατειακές σχέσεις.
Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό έρχεται σε αντίφαση με την ίδια τη λογική της ψηφιοποίησης που προωθείται με συνέπεια κι αποτελέσματα.
Σε ένα σύστημα όπου οι κρίσιμες διοικητικές διαδικασίες μεταφέρονται σε ψηφιακές πλατφόρμες, με προκαθορισμένα κριτήρια και αυτοματοποιημένους ελέγχους, ο χώρος για προσωπικές παρεμβάσεις περιορίζεται δραστικά.
Η δυνατότητα του «τηλεφώνου» ή της άτυπης παρέμβασης υποχωρεί, όχι λόγω πολιτικής βούλησης μόνο, αλλά λόγω τεχνικής αδυναμίας.
Το ερώτημα, συνεπώς, μετατοπίζεται αναπόφευκτα προς την πλευρά της αντιπολίτευσης: ποια είναι η εναλλακτική πρόταση;
Αν η λύση δεν είναι ο διαχωρισμός ρόλων και η ενίσχυση των θεσμών, τότε ποια είναι;
Η έμμεση απάντηση που προκύπτει από την κριτική της θα οδηγούσε σε ένα παράδοξο συμπέρασμα: ότι όποιος αναλαμβάνει υπουργικά καθήκοντα θα πρέπει, στην πράξη, να αποκόπτεται από την κοινοβουλευτική του συνέχεια μόλις αποχωρήσει από την κυβέρνηση.
Μια τέτοια προσέγγιση, όμως, όχι μόνο δεν ενισχύει τη δημοκρατική λειτουργία, αλλά περιορίζει την πολιτική ανανέωση και τη θεσμική εμπειρία.
Ουσιαστικά, η παρέμβαση του πρωθυπουργού επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει το πλαίσιο της συζήτησης.
Από την πίεση της επικαιρότητας, μετακινείται στο πεδίο των δομικών αλλαγών.
Από την καταγγελία των παθολογικών φαινομένων, στη δημιουργία μηχανισμών που τα καθιστούν δυσλειτουργικά ή τα ακυρώνουν τελείως.
Και από την άμυνα, σε μια στρατηγική πολιτικής πρωτοβουλίας.
Το αν αυτή η μετατόπιση θα γίνει αποδεκτή από την κοινωνία θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο οι εξαγγελίες θα μεταφραστούν σε απτά αποτελέσματα, και κυρίως από το αν η καθημερινή εμπειρία του πολίτη αρχίσει πράγματι να επιβεβαιώνει ότι το πελατειακό κράτος δεν είναι πλέον λειτουργικό εργαλείο, αλλά απομεινάρι ενός συστήματος που σταδιακά -πλην ανεπίστρεπτα- αποδομείται.-
Δείτε το video με το μήνυμα του πρωθυπουργού:
*****
ΓΡΑΨΤΕ ΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΣΑΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Οι διεθνείς ανακατατάξεις ισχύος και η ελληνική ευκαιρία στην Ανατολική Μεσόγειο
Η μεγάλη παγίδα των δημοψηφισμάτων: Ελλάδα, Βρετανία, Ιταλία
«Κοινωνική πλειοψηφία», η νέα ευφάνταστη επινόηση της Αριστεράς
Η απάτη του υλισμού: Γιατί η επιστήμη δεν έχει λύσει το μυστήριο της συνείδησης
«Λευκές Νύχτες»: Ο Ντοστογιέφσκι απέναντι στη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου
Βοκκάκιος, ο πρώτος Δυτικοευρωπαίος
Ποιος ξεγέλασε τους Τρώες; (Όχι, δεν ήταν ο Οδυσσέας)
Η επιδραστική σκέψη του Γιούργκεν Χάμπερμας στη σημερινή δυτική Δημοκρατία
Όταν ο πόλεμος γίνεται θέαμα: Η νέα, ψηφιακή εποχή της προπαγάνδας
Γιατί η στρατηγική της έντασης δεν γίνεται πολιτικό ρεύμα;
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...