Γράφει ο Διαμαντής Σεϊτανίδης
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, μετά την εμπλοκή πολλών πολιτικών από το κυβερνών κόμμα στη δεύτερη δικογραφία που ήδη έχει πάρει το δρόμο για τη Βουλή, εξελίσσεται με ταχύτητα σε ένα από τα πιο κρίσιμα τεστ πολιτικής αξιοπιστίας για την κυβέρνηση, κυρίως λόγω των αποφάσεων που καλείται να λάβει από εδώ και πέρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Και αυτό γιατί, σε αντίθεση με άλλες περιόδους της μεταπολίτευσης, το πολιτικό διακύβευμα δεν περιορίζεται στη διαχείριση ενός σκανδάλου, αλλά επεκτείνεται στο αν θα επιβεβαιωθεί στην πράξη η εικόνα ενός πρωθυπουργού που δεν διστάζει να συγκρουστεί ακόμη και με το ίδιο του το περιβάλλον.
Η μέχρι σήμερα πολιτική διαδρομή του πρωθυπουργού έχει προσφέρει ένα σαφές προηγούμενο. Στην υπόθεση των επισυνδέσεων, όταν προέκυψε εμπλοκή προσώπων του στενού του κύκλου, η αντίδραση ήταν άμεση και χωρίς περιθώρια παρερμηνειών.
Η απομάκρυνση συνεργατών, ακόμη και συγγενών του, όπως ο Γρηγόρης Δημητριάδης, με προσωπικό κόστος του Κυριάκου Μητσοτάκη, έστειλε το μήνυμα ότι η θεσμική τάξη δεν μπορεί να υποχωρεί μπροστά σε πολιτικές ή προσωπικές σχέσεις.
Αυτό το προηγούμενο λειτουργεί σήμερα ως σημείο αναφοράς για το τι αναμένει η κοινή γνώμη.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
Βρείτε μας και στο tiktok πατώντας ΕΔΩ
*****
Στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η πίεση είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Η δημοσιοποίηση ονομάτων βουλευτών και κυβερνητικών στελεχών δημιουργεί ένα περιβάλλον το οποίο απαιτεί άμεσες και καθαρές πρωτοβουλίες από το Μέγαρο Μαξίμου.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πιο καθαρή και θεσμικά συνεπής γραμμή είναι μία: πλήρης διερεύνηση, χωρίς εξαιρέσεις.
Η άρση της ασυλίας για όλους τους αναφερόμενους βουλευτές αναδεικνύεται ως απαραίτητη προϋπόθεση και κομβικό σημείο.
Όχι ως πράξη ενοχοποίησης, αλλά ως πράξη εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη.
Το πολιτικό μήνυμα μιας τέτοιας επιλογής είναι διπλό: αφενός ότι κανείς δεν βρίσκεται υπεράνω του θεσμοθετημένου ελέγχου, αφετέρου ότι όποιος είναι αθώος δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από τη θεσμική διερεύνηση.
Σε μια περίοδο όπου η δυσπιστία των πολιτών απέναντι στο πολιτικό σύστημα παραμένει υψηλή, τέτοιες κινήσεις έχουν βαρύνουσα σημασία.
Αντίστοιχα, για όσους κατέχουν κυβερνητικές ή κομματικές θέσεις, η παραίτηση μέχρι την ολοκλήρωση της δικαστικής διερεύνησης προβάλλει ως αναγκαία πολιτική επιλογή.
Όχι ως παραδοχή ενοχής, αλλά ως στοιχειώδης πράξη θεσμικής ευθύνης.
Η ταυτόχρονη ιδιότητα του ελεγχόμενου και του κυβερνητικού ή κομματικού παράγοντα δημιουργεί μια αντίφαση που δύσκολα μπορεί να γίνει αποδεκτή από την κοινωνία.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν αυτές οι κινήσεις θα γίνουν αποσπασματικά ή αν θα ενταχθούν σε μια ευρύτερη πολιτική πρωτοβουλία.
Εδώ εισέρχεται το σενάριο του ανασχηματισμού.
Αφού η δικογραφία αγγίζει και κυβερνητικά στελέχη, τότε μια συνολική αναδιάταξη του κυβερνητικού σχήματος αποτελεί μια επιλογή, στην περίπτωση που ο πρωθυπουργός θελήσει να μετατρέψει μια κρίση σε ευκαιρία επανεκκίνησης, ανανεώνοντας το πολιτικό του αφήγημα.
Στον αντίποδα, η αντιπολίτευση επιχειρεί να μετατρέψει την υπόθεση σε συνολική καταδίκη της κυβέρνησης.
Ωστόσο, η στρατηγική αυτή προσκρούει σε ένα βασικό δεδομένο: οι πολίτες δεν αξιολογούν με όρους γενίκευσης, αλλά με βάση συγκεκριμένες πράξεις και αποφάσεις.
Η προσπάθεια να ταυτιστεί ο πρωθυπουργός με κάθε παθογένεια του κράτους δεν βρίσκει απήχηση, κυρίως γιατί η κοινωνία έχει ήδη δει παραδείγματα όπου ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε τη ρήξη, αντί της συγκάλυψης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση δεν βρίσκεται υπό πίεση.
Αντιθέτως, η πίεση είναι έντονη και πολυεπίπεδη.
Αλλά ακριβώς γι’ αυτό, το βάρος μεταφέρεται στις αποφάσεις του πρωθυπουργού.
Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο είναι η αποσύνδεση της υπόθεσης από σενάρια πολιτικής αστάθειας.
Παρά τη ρητορική περί κρίσης, δεν προκύπτει πραγματική δυναμική πρόωρων εκλογών.
Αντίθετα, η λογική της διαχείρισης εντός της κυβερνητικής θητείας αποτελεί την ενδεδειγμένη λύση, με στόχο να κλείσει η υπόθεση θεσμικά και πολιτικά χωρίς να διαταραχθεί η συνολική πορεία της χώρας.
Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι απλώς μια ακόμη κρίση.
Είναι μια δοκιμασία και για την ηγεσία.
Και σε αυτή τη δοκιμασία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί και πρέπει να επιβεβαιώσει το προφίλ που έχει ήδη διαμορφώσει: ενός πολιτικού που, όταν φτάνει η ώρα των αποφάσεων, δεν υπολογίζει κανέναν και τίποτα, και βέβαια αδιαφορεί για το πολιτικό κόστος.
Θα το κάνει, και τότε η κρίση θα μετατραπεί σε επιβεβαίωση.
Με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα επιλέξει ξανά τον δύσκολο δρόμο: αυτόν της σύγκρουσης με τα φαινόμενα που τραυματίζουν τη δημόσια ζωή, ακόμη κι όταν αυτά βρίσκονται εντός των τειχών.-
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Οι διεθνείς ανακατατάξεις ισχύος και η ελληνική ευκαιρία στην Ανατολική Μεσόγειο
Η μεγάλη παγίδα των δημοψηφισμάτων: Ελλάδα, Βρετανία, Ιταλία
«Κοινωνική πλειοψηφία», η νέα ευφάνταστη επινόηση της Αριστεράς
Η απάτη του υλισμού: Γιατί η επιστήμη δεν έχει λύσει το μυστήριο της συνείδησης
«Λευκές Νύχτες»: Ο Ντοστογιέφσκι απέναντι στη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου
Βοκκάκιος, ο πρώτος Δυτικοευρωπαίος
Ποιος ξεγέλασε τους Τρώες; (Όχι, δεν ήταν ο Οδυσσέας)
Η επιδραστική σκέψη του Γιούργκεν Χάμπερμας στη σημερινή δυτική Δημοκρατία
Όταν ο πόλεμος γίνεται θέαμα: Η νέα, ψηφιακή εποχή της προπαγάνδας
Γιατί η στρατηγική της έντασης δεν γίνεται πολιτικό ρεύμα;
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...