Γράφει ο Διαμαντής Σεϊτανίδης
Σε πολλές δυτικές κοινωνίες σήμερα οι άνθρωποι δεν στρέφονται στην ακροδεξιά επειδή είναι εκ φύσεως μισαλλόδοξοι ή ανόητοι.
Την επιλέγουν επειδή αισθάνονται προδομένοι, θυμωμένοι, φοβισμένοι και εγκαταλελειμμένοι από τα πολιτικά κόμματα και τις εξουσίες που υπόσχονταν να τους προστατεύσουν.
Η οργή είναι πολιτικό καύσιμο.
Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει.
Υπάρχει!
Το ερώτημα είναι ποιος τη μετατρέπει σε πολιτικό σχέδιο.
Και η σύγχρονη ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει κάτι ανησυχητικό: όταν η οργή μένει ακατέργαστη, όταν βαφτίζεται «αντισυστημική» χωρίς να αποκτά περιεχόμενο, όταν υποκαθιστά την ανάλυση και τον ορθολογισμό, τότε σχεδόν νομοτελειακά καταλήγει να τροφοδοτεί την ακροδεξιά.
Η ελληνική εμπειρία της περιόδου των μνημονίων είναι αποκαλυπτική.
Η «άνω» και «κάτω» πλατεία του 2011 γέννησε ένα εκρηκτικό μείγμα αγανάκτησης, αντισυστημικής ρητορικής και διάχυτης καταγγελίας.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για ΟΛΑ τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
*****
Στις πλατείες συνυπήρχαν ετερόκλητες ιδεολογίες, από δημοκρατικές και προοδευτικές φωνές έως ακραία εθνικιστικά και συνωμοσιολογικά ρεύματα.
Η κοινή γλώσσα ήταν η οργή.
Όχι όμως η επεξεργασμένη πολιτική πρόταση.
Όχι το συγκροτημένο σχέδιο εξόδου από την κρίση.
Η οργή έγινε αυτοσκοπός.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι, μέσα σε εκείνο το περιβάλλον γενικευμένης απαξίωσης των θεσμών και της πολιτικής, βρήκε χώρο να παγιωθεί κοινοβουλευτικά η εγκληματική οργάνωση Χρυσή Αυγή.
Αυτή η εγκληματική οργάνωση, δεν εμφανίστηκε από το πουθενά.
Αναδύθηκε μέσα σε ένα κλίμα όπου το «να καεί η Βουλή» ακουγόταν σε κάποιους σχεδόν απελευθερωτικό, όπου η διάκριση ανάμεσα στη δίκαιη αγανάκτηση και την τυφλή εναντίωση στους θεσμούς της Πολιτείας, είχε θολώσει -αν όχι δηλητηριάσει- το κοιωνικό και πολιτικό περιβάλλον.
Η οργή που δεν κατευθύνθηκε σε δημοκρατική μεταρρύθμιση, διοχετεύθηκε τελικά σε ένα σχήμα που εγκληματικά παρήγαγε βία, μίσος και αυταρχισμό.
Το φαινόμενο «οργή= ακροδεξιά» δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα.
Στη Γαλλία, η Μαρίν Λεπέν έχει καταφέρει να μετατρέψει την κοινωνική δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής, τη μετανάστευση και την αίσθηση πολιτισμικής ανασφάλειας σε μια σταθερή εκλογική δυναμική για τον Εθνικό Συναγερμό.
Στη Γερμανία, η Alternative für Deutschland κεφαλαιοποιεί τον θυμό για την ενεργειακή κρίση, τον πληθωρισμό και το μεταναστευτικό, διεισδύοντας βαθιά σε κοινωνικά στρώματα που νιώθουν ότι δεν ακούγονται.
Στην Ιταλία, ο Ματέο Σαλβίνι και η ρητορική της σκληρής ασφάλειας και των «κλειστών συνόρων» βρήκαν ακροατήριο σε πολίτες που αισθάνονταν εγκαταλελειμμένοι από το πολιτικό σύστημα.
Στην Τσεχία, ο Αντρέι Μπάμπις οικοδόμησε ένα αντισυστημικό αφήγημα πάνω στην απαξίωση των παραδοσιακών κομμάτων, συνδυάζοντας λαϊκισμό και εθνική αναδίπλωση.
Σχεδόν σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα, το φαινόμενο «οργή=ενίσχυση ακροδεξιάς» έχει εφαρμογή, μιρκή ή μεγάλη.
Τι ενώνει αυτές τις περιπτώσεις;
Όχι κάποια συλλογική «μετατόπιση προς τον φασισμό» των ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Τις ενώνει ένα -πραγματικό ή κατασκευασμένο- αίσθημα εγκατάλειψης.
Η στασιμότητα εισοδημάτων, η στεγαστική πίεση, η ανασφάλεια στην εργασία, η αίσθηση ότι οι ελίτ λειτουργούν σε ένα παράλληλο σύμπαν.
Όταν οι δημοκρατικές δυνάμεις δεν αρθρώνουν πειστικές απαντήσεις, όταν περιορίζονται είτε σε τεχνοκρατική διαχείριση είτε σε ηθικολογικές καταγγελίες, τότε το πεδίο αφήνεται ανοιχτό σε όσους προσφέρουν απλές εξηγήσεις και ξεκάθαρους «ενόχους», σε βάρος όλων όσοι παρασύρονται από αυτές τις τοξικές "Σειρήνες".
Η ακροδεξιά δεν χρειάζεται σύνθετη ανάλυση.
Χρειάζεται συναίσθημα.
Χρειάζεται θυμό.
Προσφέρει ένα αφήγημα «ξεκούραστο», «εύπεπτο», όπου κάποιος φταίει ξεκάθαρα, ο μετανάστης, οι «γραφειοκράτες των Βρυξελλών», οι «διεφθαρμένοι πολιτικοί», οι «ελίτ».
Σε περιόδους αβεβαιότητας, η απλότητα είναι ελκυστική.
Και η οργή, όταν δεν συναντά ελπίδα και σχέδιο, μετατρέπεται σε αναζήτηση τιμωρίας.
Η λεγόμενη «επαναστατημένη οργή» χωρίς ορθολογική επεξεργασία καταλήγει συχνά να λειτουργεί αντικειμενικά υπέρ της ακροδεξιάς.
Διότι απονομιμοποιεί συλλήβδην το θεσμικό οικοδόμημα μιας Δημοκρατίας, χωρίς να οικοδομεί εναλλακτικό.
Διότι καταγγέλλει χωρίς να σχεδιάζει.
Διότι μετατρέπει το πολιτικό πεδίο σε αρένα συναισθηματικής εκτόνωσης.
Και σε αυτό το τοπίο, ο πιο επιθετικός, ο πιο απλοϊκός και ο πιο αδιάλλακτος λόγος κερδίζει έδαφος.
Το μάθημα από την Ελλάδα της κρίσης και από τη σημερινή Ευρώπη είναι σαφές.
Η οργή είναι θεμιτή όταν στοχεύει σε αδικίες.
Είναι επικίνδυνη όταν γίνεται αυτοαναφορική.
Αν δεν μετατραπεί σε τεκμηριωμένη διεκδίκηση, σε θεσμική πίεση, σε δημοκρατική ανασυγκρότηση, τότε διολισθαίνει σε αυταρχικές λύσεις.
Η απάντηση στην κοινωνική αγανάκτηση δεν είναι η περιφρόνησή της.
Είναι η πολιτική που δίνει απαντήσεις, προοπτική και αξιοπρέπεια.
Διαφορετικά, η ιστορία έχει δείξει προς τα πού κατευθύνεται η πυξίδα της.-
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Ποιοι είναι οι πραγματικοί εχθροί του Κυριάκου Μητσοτάκη;
Η μοναξιά του φιλελευθερισμού στην εποχή των άκρων
Η Ελλάδα από το Grexit στο Eurogroup
Το Ισραήλ πολλοί εμίσησαν, τα όπλα του, όμως, όχι...
Ερνέστος Τσίλλερ, ο μεγάλος αρχιτέκτων που πέθανε πάμπτωχος
Μήπως φθάνουμε στο τέλος του ελεύθερου κόσμου;
Στο μυαλό ενός «αντισυστημικού»
Μπορεί η Ουκρανία να γλιτώσει από μιαν άδικη «ειρήνη»;
Η τραγωδία των Τεμπών και η πολιτική της εκμετάλλευση
Ο φθόνος στην πολιτική είναι το πραγματικά μεγάλο όπλο του λαϊκισμού
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...