Γράφει ο Διαμαντής Σεϊτανίδης
Η Ελλάδα έχει ζήσει χρεοκοπία, μνημόνια, ανεργία- ρεκόρ, κοινωνική αποσύνθεση.
Κι όμως, σήμερα, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, οι βασικοί μακροοικονομικοί δείκτες δεν δείχνουν σε καμία περίπτωση «κρίση».
Η ανάπτυξη υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η ανεργία αποκλιμακώνεται, οι τράπεζες έχουν επιστρέψει σε λειτουργική κανονικότητα, οι επενδύσεις (έστω άνισα) επανέρχονται.
Κι όμως, στην κοινωνία κυριαρχεί μια παράδοξη αίσθηση στασιμότητας.
Μια διάχυτη πεποίθηση ότι «τίποτα δεν αλλάζει», ότι «όλα είναι στημένα», ότι «το μέλλον θα είναι χειρότερο».
Το βλέπουμε σε όλες τις μετρήσεις.
Δεν θεωρώ ότι πρόκειται για απλή γκρίνια.
Πρόκειται για κάτι βαθύτερο: μια παγιωμένη απαισιοδοξία, η οποία αρχίζει να λειτουργεί όχι απλώς ως αντανάκλαση της πραγματικότητας, αλλά ως μηχανισμός που τη διαμορφώνει.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για ΟΛΑ τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
*****
Η διεθνής συζήτηση έχει αρχίσει να το αναγνωρίζει καθαρά.
Η οικονομία δεν μπλοκάρει μόνο από ελλείμματα, χρέη ή επιτόκια.
Μπλοκάρει και από την αρνητική ψυχολογία.
Από ανεκπλήρωτες προσδοκίες.
Από την απώλεια πίστης ότι η προσπάθεια αξίζει τον κόπο.
Αυτό το πρόβλημα η Ελλάδα το γνωρίζει καλύτερα από τις περισσότερες χώρες.
Όταν η καχυποψία γίνεται πολιτική δύναμη
Στην Ελλάδα της μεταμνημονιακής περιόδου, η καχυποψία δεν είναι περιθωριακή.
Είναι κεντρικό πρόβλημα στην κοινωνία μας.
Μεγάλο μέρος της κοινωνίας πιστεύει ότι το οικονομικό παιχνίδι είναι προκαθορισμένο υπέρ των λίγων, ότι η ανάπτυξη αφορά «άλλους», ότι η κινητικότητα είναι ψευδαίσθηση.
Αυτή η αντίληψη έχει πολιτικές συνέπειες.
Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι η οικονομία είναι μηδενικού αθροίσματος, τότε η συζήτηση μετατοπίζεται αναπόφευκτα: από το πώς μεγαλώνει η πίτα, στο πώς μοιράζεται.
Από τις μεταρρυθμίσεις, στις επιδοτήσεις.
Από την παραγωγικότητα, στην ανακούφιση.
Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν κάθε κοινωνική πίεση στην Ελλάδα, από τους αγρότες έως τους ελεύθερους επαγγελματίες, εκφράζεται πρωτίστως ως αίτημα κρατικής αντιστάθμισης.
Όχι ως ζήτηση αλλαγής του μοντέλου, αλλά ως απαίτηση παράτασης του υπάρχοντος.
Αυτό δεν είναι παράλογο σε μια κοινωνία που υπέφερε πολύ.
Είναι όμως επικίνδυνο αν παγιωθεί.
Η παγίδα της αναβολής
Η απαισιοδοξία δεν οδηγεί πάντα σε έκρηξη.
Συχνότερα οδηγεί σε αναβολή λύσεων.
Νοικοκυριά που δεν καταναλώνουν.
Επιχειρήσεις που δεν επενδύουν.
Νέοι που δεν ρισκάρουν.
Γονείς που δεν κάνουν παιδιά.
Φοιτητές που δεν πιστεύουν ότι το πτυχίο θα αλλάξει κάτι.
Η Ελλάδα το βιώνει αυτό ήδη.
Η επιχειρηματικότητα παραμένει αμυντική.
Η τεχνολογία αντιμετωπίζεται περισσότερο ως απειλή παρά ως εργαλείο.
Η τεχνητή νοημοσύνη, αντί να συζητείται ως ευκαιρία παραγωγικού άλματος, εμφανίζεται συχνά στον δημόσιο διάλογο ως μηχανή καταστροφής θέσεων εργασίας.
Αυτή η στάση δεν προστατεύει την κοινωνία.
Τη γερνάει.
Λαϊκισμός χωρίς κραυγές
Σε αντίθεση με το παρελθόν, ο σημερινός λαϊκισμός στην Ελλάδα δεν φορά απαραίτητα αντισυστημική στολή.
Συχνά, είναι πιο ήσυχος.
Πιο «καθημερινός».
Εκφράζεται ως μόνιμη άρνηση δύσκολων αποφάσεων, ως πολιτική υπόσχεση ότι «δεν θα πονέσει κανείς».
Όμως, η οικονομική ιστορία είναι αμείλικτη: χωρίς αποδοχή βραχυπρόθεσμου κόστους, δεν υπάρχει μακροπρόθεσμο όφελος.
Οι κοινωνίες που το ξεχνούν, καταλήγουν να πληρώνουν πολλαπλάσιο τίμημα αργότερα.
Η Ελλάδα το έμαθε αυτό με τον πιο σκληρό τρόπο.
Το ερώτημα είναι αν το θυμάται.
Νομίζω, όχι!
Το πραγματικό διακύβευμα
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι αν η ελληνική οικονομία «πηγαίνει καλά» με όρους στατιστικής.
Αυτό δεν αμφισβητείται από κανέναν!
Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν η κοινωνία πιστεύει ότι αξίζει να επενδύσει στο μέλλον της.
Χωρίς αυτή την πίστη, καμία μεταρρύθμιση δεν αντέχει.
Καμία δημοσιονομική πειθαρχία δεν γίνεται αποδεκτή.
Καμία αλλαγή δεν έχει κοινωνική νομιμοποίηση.
Η απαισιοδοξία δεν είναι απλώς συναίσθημα.
Είναι πολιτική δύναμη.
Και όταν κυριαρχεί, γεννά έναν φαύλο κύκλο: αποφυγή ρίσκου, χαμηλή ανάπτυξη, περισσότερη δυσπιστία, περισσότερη απαίτηση για προστασία.
Αν η Ελλάδα θέλει πράγματι να ξεφύγει από τον ιστορικό της «αυτοσαμποτάζ», δεν αρκεί να έχει καλύτερους αριθμούς.
Χρειάζεται κάτι δυσκολότερο: να ξαναχτίσει την κοινωνική προσδοκία ότι η πρόοδος είναι εφικτή και δίκαια κατανεμημένη.
Αλλιώς, η χώρα δεν θα καταρρεύσει θεαματικά.
Θα βαλτώσει αθόρυβα.
Και αυτό είναι, ιστορικά, ο πιο ύπουλος τρόπος να χαθεί το κοινό μας μέλλον.-
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Ποιοι είναι οι πραγματικοί εχθροί του Κυριάκου Μητσοτάκη;
Η μοναξιά του φιλελευθερισμού στην εποχή των άκρων
Η Ελλάδα από το Grexit στο Eurogroup
Το Ισραήλ πολλοί εμίσησαν, τα όπλα του, όμως, όχι...
Ερνέστος Τσίλλερ, ο μεγάλος αρχιτέκτων που πέθανε πάμπτωχος
Μήπως φθάνουμε στο τέλος του ελεύθερου κόσμου;
Στο μυαλό ενός «αντισυστημικού»
Μπορεί η Ουκρανία να γλιτώσει από μιαν άδικη «ειρήνη»;
Η τραγωδία των Τεμπών και η πολιτική της εκμετάλλευση
Ο φθόνος στην πολιτική είναι το πραγματικά μεγάλο όπλο του λαϊκισμού
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...