Γράφει ο Étienne Gilson (*)
Οι λέξεις «ομορφιά» και «ωραίο» έχουν πλέον βγει από τη μόδα, όχι βέβαια ανάμεσα στους καλλιτέχνες, οι οποίοι τις χρησιμοποιούν με άνεση ακόμη και στις μέρες μας, αλλά κυρίως σε εκείνη τη σχολή των αισθητικών που φιλοδοξούν να χειριστούν τις πραγματικότητες της τέχνης με τις ίδιες επιστημονικές μεθόδους που αρμόζουν στις πραγματικότητες της φύσης.
Έτσι, το ωραίο απορρίπτεται ως μια «μεταφυσική» έννοια, ανάξια σοβαρής προσοχής.
Κι όμως, τίποτε δεν είναι απλούστερο, τίποτε δεν είναι πιο άμεσα και συγκεκριμένα προφανές από την ομορφι, και η εμπειρία της είναι οικεία σε όλους.
Όταν διαβάζουμε βιβλία, συνήθως αρκούμαστε στο να κατανοούμε το νόημα των προτάσεων, των σελίδων και των κεφαλαίων.
Αν συναντήσουμε ένα χωρίο του οποίου το νόημα μας διαφεύγει, είτε λόγω της σκοτεινότητας του ύφους είτε εξαιτίας της εσωτερικής δυσκολίας του θέματος, το διαβάζουμε ξανά, όχι όμως για ευχαρίστηση.
Δεν εγκαταλείπουμε την ανάγνωση του εν λόγω αποσπάσματος έως ότου, χάρη σε μια ανανεωμένη προσπάθεια προσοχής, το νόημά του γίνει σαφές στον νου μας.
Τότε, επιτέλους, γνωρίζουμε τι σημαίνει το κείμενο.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για ΟΛΑ τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
*****
Ακριβώς όμως επειδή βρισκόμαστε πλέον στο πεδίο της γνώσης και της αλήθειας, παύουμε να διαβάζουμε τις προτάσεις που επί μακρόν μας καθήλωσαν.
Αν διαβάζουμε ένα βιβλίο για να μάθουμε την αλήθεια που περιέχει, ο σκοπός και ο στόχος της ανάγνωσής μας είναι να απαλλαγούμε από την ανάγκη να το ξαναδιαβάσουμε στο μέλλον.
Είναι το είδος του βιβλίου για το οποίο λέμε: «Δεν χρειάζεται να το ξαναδιαβάσω, γιατί ξέρω τι περιέχει».
Υπάρχει όμως μια εντελώς διαφορετική κατηγορία βιβλίων.
Τα έχουμε ήδη διαβάσει, τα έχουμε κατανοήσει, και μερικά από αυτά μας είναι τόσο οικεία, ώστε θα μπορούσαμε (όπως λέγεται) να απαγγείλουμε αποσπάσματά τους «από μνήμης».
Κι όμως, εξακολουθούμε να θέλουμε να τα διαβάσουμε τουλάχιστον μία φορά ακόμη.
Θα επιθυμούμε πάντοτε να επαναλάβουμε την προηγούμενη εμπειρία μας, όχι επειδή ελπίζουμε να μάθουμε κάτι που δεν μας έχουν ήδη διδάξει, αλλά απλώς και μόνο για την ευχαρίστηση που είμαστε βέβαιοι ότι θα αντλήσουμε από την ανάγνωσή τους.
Αυτή η γνωστή εμπειρία συνοδεύει συνήθως την πρώτη μας επαφή με ορισμένες ακολουθίες λέξεων και ήχων που αφήνουν μέσα μας ένα γλυκό τραύμα, πιο επιθυμητό από πολλές υλικές ικανοποιήσεις.
Στην αρχή, δεν πρόκειται για ζήτημα κατανόησης.
Συχνά το κατανοητό στοιχείο της πρότασης είναι τόσο απλό, ώστε, τις περισσότερες φορές, δεν υπάρχει απολύτως τίποτε να κατανοήσει κανείς…
Κάθε φορά που νιώθουμε μια ακατανίκητη παρόρμηση να σταθούμε, να παραμείνουμε σε μια τέτοια εμπειρία, να την επαναλάβουμε απλώς και μόνο για την απόλαυση του να τη βιώσουμε ξανά, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι εκεί υπάρχει ομορφιά.
Όταν η χαρά βιώνεται μέσω των αισθήσεων και μέσα στις αισθήσεις, το αληθινό της όνομα είναι η ηδονή.
Οι λέξεις πάντοτε προδίδουν τέτοιες εμπειρίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει εξαρχής να διευκρινιστεί ότι, εφόσον το βλέπειν είναι ένα είδος γνώσης, η ηδονή της αισθητικής εμπειρίας είναι ηδονή της νόησης.
Η επιθυμία να επαναληφθεί είναι η επιθυμία να επαναληφθεί μια πράξη γνώσης.
Επιπλέον, αφού η αιτία της ηδονής βρίσκεται στην ίδια την πρόσληψη ενός ορισμένου αντικειμένου, η επιθυμία επανάληψης εκφράζεται ως μια σειρά διανοητικών προσπαθειών, σκοπός των οποίων είναι να εμβαθύνουν, να διασαφηνίσουν και, εν τέλει, να τελειοποιήσουν τη γνώση της αιτίας της ηδονής.
Πρόκειται για μία από εκείνες τις περιπτώσεις όπου λαμβάνει χώρα μια συνεχής ανταλλαγή ανάμεσα στην ηδονή, την αγάπη και τη γνώση: η επιθυμία για γνώση γεννιέται από την ευχαρίστηση που μπορεί να προσφέρει η θέα ενός αντικειμένου και, με τη σειρά της, η ίδια η ευχαρίστηση τρέφεται από μια ολοένα και πιο εσωτερική γνώση της πηγής της.
Η ηδονή που διακυβεύεται εδώ είναι ακριβώς της ίδιας φύσεως με εκείνη της θεωρίας.
Και πράγματι, η αισθητική εμπειρία είναι, πρωτίστως, μια αισθητή θεωρία που ανθίζει σε μια νοητική διερεύνηση της αιτίας της.
Γι’ αυτό, όταν λέμε ότι η αισθητική εμπειρία είναι εμπειρία ηδονής, εννοούμε πάντοτε το είδος του συναισθήματος που βιώνει ο άνθρωπος σε επαφή με ένα αντικείμενο, του οποίου η πρόσληψη είναι επιθυμητή για τον ίδιο της τον εαυτό.
Το ωραίο είναι εκείνο το στοιχείο του αντικειμένου που αποτελεί την αιτία τέτοιων συναισθημάτων, τέτοιων ηδονών, τέτοιων πράξεων γνώσης.
Υπό το φως αυτών των απλών δεδομένων, πολλές αρχαίες θεωρίες ανακτούν την πληρότητα μιας αλήθειας που έχει συσκοτιστεί από υπερβολικές παρεξηγήσεις.
Οι Σχολαστικοί όριζαν το ωραίο (pulchrum) ως «εκείνο που ευχαριστεί όταν το βλέπουμε».
Παρόμοια θέση διατύπωσε τον 17ο αιώνα ο Nicolas Poussin, όταν όρισε τη ζωγραφική ως «μίμηση κάθε τι ορατού κάτω από τον ήλιο, αποτυπωμένη σε μια επιφάνεια μέσω γραμμών και χρωμάτων. Σκοπός της είναι η απόλαυση».
Βεβαίως, ο όρος «απόλαυση» (delectation) υποδηλώνει ένα συναίσθημα πιο σύνθετο από αυτό που συνήθως αποκαλούμε απλή ηδονή.
Αλλά ακριβώς ό,τι συμβάλλει ο νους στην ευχαρίστηση των ματιών έχει ως σκοπό να μετατρέψει αυτή την ευχαρίστηση σε μια παρατεταμένη απόλαυση.
Στις τελευταίες γραμμές του Ημερολογίου του, ο Delacroix σημείωσε με μολύβι αυτή την ύστατη σκέψη: «Η πρώτη ποιότητα ενός πίνακα είναι να αποτελεί απόλαυση για τα μάτια».
Θα ήταν κρίμα να χάσουμε από το οπτικό μας πεδίο μια θέση που υποστηρίχθηκε από τον Αριστοτέλη, τον Poussin και τον Delacroix.
Ο καλύτερος τρόπος να διασφαλίσουμε τη διατήρησή της είναι ίσως να εξετάσουμε τις έσχατες συνέπειές της.
Όπως έχει ήδη φανεί, ένα αντικείμενο λέγεται έργο τέχνης για τον στοιχειώδη λόγο ότι οφείλει την ίδια του την ύπαρξη στην τέχνη ενός καλλιτέχνη.
Στην ίδια τέχνη οφείλει και το ότι είναι αυτό που είναι.
Και αν η φύση του είναι τέτοια ώστε η θέασή του να προκαλεί ευχαρίστηση σε εκείνους που το βιώνουν, τότε η αιτία που το καθιστά ευχάριστο στο ανθρώπινο βλέμμα παραμένει εγγενής σε αυτό ή, θα λέγαμε, ομοούσια με αυτό, όσο το έργο εξακολουθεί να υπάρχει.
Αυτό σημαίνει ότι το ωραίο εξαρτάται από την πραγματική μας εμπειρία του, ως προς τον αισθητικό τρόπο ύπαρξής του.
Όμως η φυσική του ύπαρξη είναι εξίσου ανεξάρτητη από το αν γίνεται αντικείμενο εμπειρίας ή όχι, όσο ανεξάρτητη είναι και η φυσική ύπαρξη του ίδιου του έργου τέχνης.
Και αυτό δεν προκαλεί καμία έκπληξη, αφού για ένα έργο τέχνης το να υπάρχει και το να είναι πλήρως πραγματοποιημένο ως υπαρκτό έργο τέχνης είναι το ίδιο πράγμα.
Εδώ, όπως και σε όλες τις παρόμοιες περιπτώσεις, τίποτε δεν εμποδίζει έναν φιλόσοφο να υιοθετήσει μια ιδεαλιστική στάση.
Θα μπορούσε κανείς να προσποιηθεί ότι τα εγγενή φυσικά χαρακτηριστικά που καθιστούν ορισμένες αιγυπτιακές τοιχογραφίες μια απροσδόκητη χαρά για το μάτι απλώς έπαψαν να υπάρχουν κατά τη διάρκεια των χιλιετιών όπου αυτές παρέμειναν στο απόλυτο σκοτάδι, αόρατες στο ανθρώπινο βλέμμα.
Το λιγότερο που μπορεί να ειπωθεί για μια τέτοια υπόθεση είναι ότι είναι εντελώς αυθαίρετη.
Τα επιτυχημένα έργα τέχνης δεν είναι ωραία επειδή ευχαριστούν τα μάτια μας.
Ευχαριστούν τα μάτια μας επειδή είναι ωραία.
Η ομορφιά τους εκτείνεται στον χρόνο όσο και η διάρκειά τους, όπως είναι ομοούσια με το είναι τους ως έργων τέχνης.
Από την άλλη πλευρά, είναι αλήθεια ότι το ωραίο αποκαλύπτεται και εκπληρώνει έναν από τους σκοπούς του μέσα στην ανθρώπινη πράξη της γνώσης, μέσω της οποίας γίνεται πραγματικά αντιληπτό.
Από αυτή την άποψη, ακόμη και οι κλασικοί τύποι με τους οποίους οι Σχολαστικοί μιλούσαν για το ωραίο μπορεί να είναι παραπλανητικοί.
Λέγοντας ότι το ωραίο είναι «εκείνο που ευχαριστεί όταν το βλέπουμε» (id quod visum placet), φαίνεται σαν να υπονοούμε ότι το ωραίο συνίσταται στην ηδονή που προκαλεί σε όσους το αντιλαμβάνονται.
Όμως η πλήρης θεώρησή τους του προβλήματος ήταν πιο σύνθετη απ’ ό,τι υποδηλώνει αυτή η συνοπτική διατύπωση.
Καταρχάς, εφόσον το ωραίο γίνεται αντιληπτό μέσω μιας πράξης της οποίας η επανάληψη είναι επιθυμητή, αποτελεί αντικείμενο αγάπης.
Όμως εκείνο που είναι αντικείμενο αγάπης γίνεται αντιληπτό ως ένα αγαθό.
Γι’ αυτό τον λόγο, το ωραίο είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση του αγαθού.
Είναι το είδος του αγαθού που συναντάται στην ίδια την αισθητηριακή πρόσληψη οποιουδήποτε όντος έχει διαμορφωθεί κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να υπάρχει ηδονή στην ίδια την πράξη της πρόσληψής του.
Αυτή η ιδιότητα δεν είναι αποκλειστική των έργων τέχνης.
Κάθε αισθητηριακή αντίληψη της οποίας η πράξη είναι απολαυστική για τον ίδιο της τον εαυτό αποτελεί ένδειξη της αντικειμενικής παρουσίας της ομορφιάς στο αντικείμενό της.
Τα φυσικά πράγματα, όπως τοπία, θαλασσογραφίες, ζώα, ανθρώπινες μορφές και πρόσωπα, αλλά και τα έργα της ανθρώπινης βιομηχανίας, όπως πόλεις, εργαλεία και τα πιο ταπεινά κατασκευάσματα, εν ολίγοις καθετί που, με οποιαδήποτε έννοια του ρήματος, μπορεί να ειπωθεί ότι «είναι», είναι δεκτικό, υπό ευνοϊκές συνθήκες, να καταστεί αντικείμενο ευχάριστης εμπειρίας.
Τότε αντιλαμβανόμαστε ότι το πράγμα είναι ωραίο.
Η φύση αυτής της εμπειρίας είναι η ίδια τόσο στα έργα της φύσης όσο και στα έργα της τέχνης.
Το ωραίο είναι το ίδιο και στις δύο περιπτώσεις.
Όχι βέβαια η δική μας πρόσληψή του, αλλά εκείνο το πραγματικό στοιχείο του όντος, του οποίου η φύση είναι τέτοια ώστε να υπάρχει για εμάς ηδονή στην ίδια την πράξη με την οποία γίνεται αντιληπτό.-
(*) https://theimaginativeconservative.org
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Ποιοι είναι οι πραγματικοί εχθροί του Κυριάκου Μητσοτάκη;
Η μοναξιά του φιλελευθερισμού στην εποχή των άκρων
Η Ελλάδα από το Grexit στο Eurogroup
Το Ισραήλ πολλοί εμίσησαν, τα όπλα του, όμως, όχι...
Ερνέστος Τσίλλερ, ο μεγάλος αρχιτέκτων που πέθανε πάμπτωχος
Μήπως φθάνουμε στο τέλος του ελεύθερου κόσμου;
Στο μυαλό ενός «αντισυστημικού»
Μπορεί η Ουκρανία να γλιτώσει από μιαν άδικη «ειρήνη»;
Η τραγωδία των Τεμπών και η πολιτική της εκμετάλλευση
Ο φθόνος στην πολιτική είναι το πραγματικά μεγάλο όπλο του λαϊκισμού
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...