Γράφει ο Μάκης Γεωργιάδης
Στις αρχές του 1990, η Λατινική Αμερική έμοιαζε να βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική καμπή.
Ο Ψυχρός Πόλεμος έσβηνε, τα επαναστατικά κινήματα είτε ηττούνταν είτε ενσωματώνονταν, και η Ουάσιγκτον πίστευε πως επιτέλους μπορούσε να μιλήσει για «σταθεροποίηση» της ηπείρου που επί δεκαετίες θεωρούσε την πιο ευάλωτη γεωπολιτικά περιοχή της.
Όμως, αυτό που ακολούθησε δεν ήταν η πολυαναμενόμενη ομαλότητα, αλλά μια μακρά περίοδος απογοήτευσης, θεσμικής αδυναμίας και κοινωνικής διάψευσης.
Η πιο χαρακτηριστική στιγμή αυτής της μετάβασης ήταν οι εκλογές στη Νικαράγουα, τον Φεβρουάριο του 1990.
Σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα στη Μανάγουα, δύο ειδικοί των Ηνωμένων Εθνών παρακολουθούσαν τα πρώτα αποτελέσματα.
Οι Σαντινίστας, το επαναστατικό κίνημα που είχε ανατρέψει τη δικτατορία του Σομόσα και είχε γίνει σύμβολο της αριστερής αντίστασης στη Λατινική Αμερική, έμοιαζαν αρχικά να προηγούνται.
Όμως, όσο τα δεδομένα συσσωρεύονταν, η εικόνα άλλαζε δραματικά.
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, έγινε σαφές ότι η Βιολέτα Τσαμόρο, επικεφαλής ενός ετερόκλητου συνασπισμού που υποστηριζόταν ανοιχτά από τις ΗΠΑ, είχε κερδίσει καθαρά.
Η ήττα των Σαντινίστας ήταν τόσο απροσδόκητη, ώστε η ανακοίνωσή της έγινε σχεδόν συνωμοτικά.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για ΟΛΑ τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
*****
Ο Ντανιέλ Ορτέγα ενημερώθηκε κατ’ ιδίαν και χρειάστηκαν ώρες μέχρι να αποδεχθεί δημόσια το αποτέλεσμα.
Για την Ουάσιγκτον, ήταν μια ιστορική νίκη: μια επανάσταση είχε ηττηθεί όχι με όπλα, αλλά στην κάλπη.
Η δικαίωση που δεν δικαίωσε κανέναν
Η σύγκρουση στη Νικαράγουα είχε στοιχίσει στις Ηνωμένες Πολιτείες πολιτικά, ηθικά και διπλωματικά.
Οι μυστικές επιχειρήσεις, η υποστήριξη των «Κόντρας», το σκάνδαλο Ιράν– Κόντρας και η διεθνής κατακραυγή είχαν μετατρέψει μια μικρή χώρα σε παγκόσμιο σύμβολο της αμερικανικής υπερεπέμβασης.
Η εκλογική ήττα των Σαντινίστας φαινόταν να κλείνει αυτόν τον κύκλο.
Όμως το ερώτημα που αναδύθηκε αμέσως ήταν πιο δύσκολο: τι κάνεις αφού κερδίσεις;
Η κυβέρνηση Τσαμόρο ανέλαβε με κεντρικό σύνθημα τη συμφιλίωση.
Στην πράξη, όμως, αυτή η συμφιλίωση πήρε τη μορφή βαθιών θεσμικών υποχωρήσεων.
Ο στρατηγός Ουμπέρτο Ορτέγα, αδελφός του ηττημένου προέδρου, παρέμεινε επικεφαλής του στρατού, με νομικές εγγυήσεις που του εξασφάλιζαν σχεδόν πλήρη αυτονομία.
Η αστυνομία, τα συνδικάτα, σημαντικά τμήματα της δημόσιας διοίκησης και της δικαιοσύνης παρέμειναν υπό τον έλεγχο των Σαντινίστας.
Η επιλογή αυτή δεν έγινε από ιδεολογική συγγένεια, αλλά από φόβο.
Ο φόβος ενός νέου εμφυλίου, η απειλή της αποσταθεροποίησης και η κόπωση μιας κοινωνίας που είχε ζήσει χρόνια πολέμου οδήγησαν σε έναν ιδιότυπο συμβιβασμό: άλλαξε η κυβέρνηση, όχι όμως και η εξουσία.
Μια χώρα παγιδευμένη στη μετάβαση
Η Νικαράγουα μπήκε έτσι σε μια παρατεταμένη μεταβατική φάση, χωρίς καθαρό πολιτικό κέντρο βάρους.
Η κυβέρνηση Τσαμόρο εμφανιζόταν αδύναμη, παγιδευμένη ανάμεσα στις απαιτήσεις των διεθνών δανειστών, τις πιέσεις της Ουάσιγκτον και την εσωτερική υπονόμευση από τους ηττημένους της κάλπης.
Οι πρώην αντάρτες «Κόντρας» αισθάνονταν προδομένοι, καθώς έβλεπαν τους αντιπάλους τους να διατηρούν τον έλεγχο κρίσιμων μηχανισμών.
Η οικονομική ανάκαμψη, που υποτίθεται ότι θα ακολουθούσε τη λήξη του πολέμου, δεν ήρθε ποτέ με τον τρόπο που είχε υποσχεθεί η Δύση.
Η διεθνής βοήθεια εξαντλήθηκε σε βραχυπρόθεσμες ενισχύσεις, ενώ η έλλειψη θεσμικής σταθερότητας αποθάρρυνε σοβαρές επενδύσεις.
Η κοινωνία βρέθηκε εγκλωβισμένη σε μια αίσθηση ματαιότητας: η ειρήνη δεν έφερε ευημερία και η δημοκρατία δεν συνοδεύτηκε από πραγματική αλλαγή.
Παναμάς: η ανατροπή χωρίς οικοδόμηση
Παρόμοια ήταν η εικόνα και στον Παναμά.
Η σύλληψη του Μανουέλ Νοριέγα, έπειτα από αμερικανική στρατιωτική επέμβαση, παρουσιάστηκε ως αποφασιστικό χτύπημα κατά της διαφθοράς και της αυταρχικής εξουσίας.
Ο Νοριέγα μεταφέρθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες και καταδικάστηκε, κλείνοντας ένα κεφάλαιο που είχε ταυτιστεί με ναρκωτικά, παρακρατικές δομές και αδιαφάνεια.
Όμως η απομάκρυνση του δικτάτορα δεν συνοδεύτηκε από τη δημιουργία ενός λειτουργικού κράτους.
Η νέα πολιτική ηγεσία δεν διέθετε ούτε κοινωνική νομιμοποίηση ούτε θεσμική εμπειρία.
Οι κρατικοί μηχανισμοί παρέμειναν διαλυμένοι, η εγκληματικότητα αυξήθηκε και το εμπόριο ναρκωτικών επανεμφανίστηκε, αυτή τη φορά με πιο αποκεντρωμένη μορφή.
Η οικονομία του Παναμά ανέκαμψε εν μέρει, αλλά όχι χάρη σε ένα συνεκτικό κρατικό σχέδιο.
Η ανάκαμψη βασίστηκε κυρίως σε ιδιωτικές πρωτοβουλίες και στη γεωστρατηγική σημασία της Διώρυγας.
Το κράτος παρέμεινε εξαρτημένο από τις ΗΠΑ, οι οποίες επενέβαιναν εκ νέου κάθε φορά που η κατάσταση ξέφευγε από τον έλεγχο.
Η απώλεια του αφηγήματος
Η κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ στέρησε από την Ουάσιγκτον το βασικό ερμηνευτικό της εργαλείο στη Λατινική Αμερική.
Ο αντικομμουνισμός, που για δεκαετίες δικαιολογούσε επεμβάσεις, πραξικοπήματα και στήριξη αυταρχικών καθεστώτων, δεν μπορούσε πλέον να λειτουργήσει ως συνεκτικό αφήγημα.
Όμως τίποτα δεν τον αντικατέστησε.
Η αμερικανική πολιτική βρέθηκε χωρίς στρατηγική πυξίδα.
Οι κυβερνήσεις που προέκυπταν ήταν συχνά αδύναμες, οι κοινωνίες βαθιά άνισες και οι προσδοκίες για οικονομική βοήθεια μεγάλες.
Οι ΗΠΑ μιλούσαν για ελεύθερο εμπόριο, αγορές και μεταρρυθμίσεις, αλλά απέφευγαν να αγγίξουν τα δομικά προβλήματα: τη φτώχεια, την ανισότητα, την απουσία θεσμών και την ιστορική δυσπιστία απέναντι στην εξωτερική παρέμβαση.
Οι «επιτυχίες» που γέννησαν νέα προβλήματα
Έτσι δημιουργήθηκε μια βαθιά ειρωνεία: η Ουάσιγκτον πέτυχε πολλούς από τους στόχους της, την αποδυνάμωση επαναστατικών κινημάτων, την πτώση αυταρχικών ηγετών, τη διεξαγωγή εκλογών, αλλά βρέθηκε αντιμέτωπη με τα αποτελέσματα αυτών των επιτυχιών.
Χώρες χωρίς ισχυρά κράτη, κοινωνίες χωρίς εμπιστοσύνη στους θεσμούς και πολιτικά συστήματα που λειτουργούσαν περισσότερο ως μηχανισμοί διαχείρισης κρίσεων παρά ως φορείς μακροπρόθεσμης ανάπτυξης.
Η Λατινική Αμερική δεν επέστρεψε στον Ψυχρό Πόλεμο, αλλά δεν μπήκε ούτε σε μια περίοδο σταθερής δημοκρατικής ωρίμανσης.
Αντίθετα, οδηγήθηκε σε έναν νέο κύκλο αστάθειας, όπου η απογοήτευση από τη φιλελεύθερη δημοκρατία άνοιξε τον δρόμο σε λαϊκισμούς, αυταρχικές παλινδρομήσεις και νέες μορφές εξάρτησης.
Το τίμημα της απλοποίησης
Το βασικό σφάλμα της δυτικής προσέγγισης ήταν η απλοποίηση.
Η πτώση ενός καθεστώτος αντιμετωπίστηκε ως αυτοσκοπός, χωρίς σοβαρή επένδυση στην επόμενη μέρα.
Η δημοκρατία θεωρήθηκε διαδικασία και όχι κοινωνικό συμβόλαιο.
Οι εκλογές αντικατέστησαν τη θεσμική οικοδόμηση, και η οικονομική «απελευθέρωση» προτάχθηκε χωρίς κοινωνικά αντίβαρα.
Η ιστορία της Λατινικής Αμερικής τη δεκαετία του 1990 δείχνει ότι η ανατροπή είναι εύκολη, αλλά η οικοδόμηση μιας Δημοκρατίας είναι το δύσκολο.
Και ότι οι «νίκες» στη διεθνή πολιτική μπορεί να αποδειχθούν πύρρειες, όταν δεν συνοδεύονται από κατανόηση των κοινωνιών στις οποίες επιβάλλονται.
Ίσως γι’ αυτό, η περίοδος που ξεκίνησε με πανηγυρισμούς και ανακούφιση, κατέληξε να θεωρείται σήμερα ως μια χαμένη ευκαιρία.
Μια στιγμή όπου η Ιστορία φάνηκε να ανοίγει, αλλά τελικά έκλεισε χωρίς να αλλάξει ουσιαστικά πορεία.-
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Ποιοι είναι οι πραγματικοί εχθροί του Κυριάκου Μητσοτάκη;
Η μοναξιά του φιλελευθερισμού στην εποχή των άκρων
Η Ελλάδα από το Grexit στο Eurogroup
Το Ισραήλ πολλοί εμίσησαν, τα όπλα του, όμως, όχι...
Ερνέστος Τσίλλερ, ο μεγάλος αρχιτέκτων που πέθανε πάμπτωχος
Μήπως φθάνουμε στο τέλος του ελεύθερου κόσμου;
Στο μυαλό ενός «αντισυστημικού»
Μπορεί η Ουκρανία να γλιτώσει από μιαν άδικη «ειρήνη»;
Η τραγωδία των Τεμπών και η πολιτική της εκμετάλλευση
Ο φθόνος στην πολιτική είναι το πραγματικά μεγάλο όπλο του λαϊκισμού
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...