Γράφει ο Διαμαντής Σεϊτανίδης
Η παγκόσμια οικονομία δείχνει, για ακόμη μία φορά, να διαψεύδει τις πιο απαισιόδοξες προβλέψεις.
Παρά τον εμπορικό προστατευτισμό, τους δασμούς, τις βιομηχανικές πολιτικές και την επιστροφή ενός σκληρού οικονομικού εθνικισμού, η ανάπτυξη επιμένει.
Όπως επισημαίνει εύστοχα ο Economist, η διεθνής οικονομία δεν ανθίζει χάρη στον λαϊκισμό.
Απλώς αποδεικνύεται αρκετά ευέλικτη ώστε να επιβιώνει παρά τις στρεβλώσεις του.
Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη και, κυρίως, αφορά άμεσα και την ελληνική πραγματικότητα.
Το πιο συχνό λάθος που κάνουμε -πολίτες και ηγεσία…- είναι ότι μπερδεύουμε την ανθεκτικότητα με την επιτυχία.
Οι δασμοί του Τραμπ, οι βιομηχανικές πολιτικές τύπου «Make in India» ή οι κρατικές ενισχύσεις σε στρατηγικούς κλάδους δεν κατόρθωσαν να αναστρέψουν τη μακροχρόνια συρρίκνωση της μεταποίησης ούτε να δημιουργήσουν σταθερές θέσεις εργασίας.
Η παγκόσμια οικονομία «αντέχει», αλλά οι βαθιές δομικές τάσεις συνεχίζουν να δρουν υπόγεια.
Το τίμημα απλώς μετατίθεται στο μέλλον.
Κάτι αντίστοιχο κινδυνεύει να συμβεί και στην Ελλάδα με τον πρωτογενή τομέα.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για ΟΛΑ τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
*****
Οι 40 ημέρες αγροτικών κινητοποιήσεων στα μπλόκα των εθνικών οδών και το επικείμενο ραντεβού της Τρίτης 13 Ιανουαρίου με τον πρωθυπουργό συνιστούν μια καμπή.
Όχι μόνο για τη σχέση κυβέρνησης– αγροτών, αλλά για το αν η χώρα θα επιλέξει, για ακόμη μία φορά, τη διαχείριση της έντασης αντί της πραγματικής αναδιάρθρωσης.
Το πολιτικό ένστικτο ωθεί προς τη γνωστή συνταγή: αποζημιώσεις, φορολογικές ελαφρύνσεις, φθηνό αγροτικό πετρέλαιο, ρυθμίσεις χρεών.
Μέτρα που ανακουφίζουν, αλλά δεν αλλάζουν το υπόδειγμα.
Όπως ακριβώς οι δασμοί δεν επαναφέρουν τις χαμένες θέσεις εργασίας στη μεταποίηση, έτσι και οι επιδοτήσεις δεν καθιστούν βιώσιμη μια γεωργία που βασίζεται σε καλλιέργειες χαμηλής απόδοσης, υψηλού κόστους και εξάρτησης από το νερό και τις ενισχύσεις.
Το βαμβάκι είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μια καλλιέργεια που για δεκαετίες στήριξε εισοδήματα, αλλά σήμερα λειτουργεί συχνά ως παγίδα: χαμηλές διεθνείς τιμές, αυξανόμενο κόστος παραγωγής, περιβαλλοντική πίεση και μηδενική προστιθέμενη αξία.
Κι όμως, η συζήτηση σπανίως μετατοπίζεται στο πώς θα αλλάξει το παραγωγικό μείγμα, πώς θα ενισχυθούν εναλλακτικές καλλιέργειες ή πώς θα συνδεθεί ο πρωτογενής τομέας με την αγροτοδιατροφή, τη μεταποίηση και τις εξαγωγές.
Ο Economist περιγράφει πώς, διεθνώς, οι αγορές προσαρμόζονται πιο γρήγορα από τις πολιτικές.
Οι εφοδιαστικές αλυσίδες παρακάμπτουν τα εμπόδια, η τεχνολογία προχωρά, η τεχνητή νοημοσύνη αυξάνει την παραγωγικότητα, αλλά όχι την απασχόληση.
Το ίδιο συμβαίνει και στην ελληνική γεωργία: η πραγματικότητα αλλάζει, αλλά η πολιτική συχνά προσποιείται ότι μπορεί να την «παγώσει» με διορθωτικές παρεμβάσεις.
Ο κίνδυνος του λαϊκισμού δεν είναι ότι «καταστρέφει τα πάντα άμεσα».
Είναι ότι καθυστερεί τις αναγκαίες αποφάσεις.
Ότι δημιουργεί την ψευδαίσθηση πως το πρόβλημα λύθηκε, ενώ στην πραγματικότητα απλώς μετατέθηκε.
Και αυτή η καθυστέρηση πληρώνεται πάντα ακριβότερα: με μεγαλύτερη κοινωνική ένταση, με βαθύτερη εξάρτηση από επιδοτήσεις, με νέες γενιές που εγκαταλείπουν την ύπαιθρο.
Το ραντεβού της 13ης Ιανουαρίου, επομένως, δεν είναι απλώς μια διαπραγμάτευση για μέτρα στήριξης.
Είναι μια δοκιμασία πολιτικής ωριμότητας.
Θα περιοριστεί η κυβέρνηση σε μια συμφωνία εκτόνωσης ή θα τολμήσει να ανοίξει τη δύσκολη συζήτηση για το τι παράγει η χώρα, πώς το παράγει και για ποια αγορά;
Θα μιλήσει για αλλαγές καλλιεργειών, για συλλογικά σχήματα, για τεχνολογία, για νερό και κλίμα;
Ή θα επιλέξει, για ακόμη μία φορά, τη βραχυπρόθεσμη ηρεμία;
Το διεθνές παράδειγμα είναι αποκαλυπτικό: Ο προστατευτισμός δεν οδήγησε την παγκόσμια οικονομία σε κατάρρευση, αλλά ούτε την έκανε καλύτερη.
Αντίστοιχα, η διαχείριση των αγροτικών κινητοποιήσεων δεν θα «ρίξει» την ελληνική οικονομία.
Όμως, αν δεν συνοδευτεί από στρατηγική, θα την κρατήσει καθηλωμένη.
Η ανθεκτικότητα δεν είναι επιτυχία από μόνη της.
Είναι απλώς χρόνος που κερδίζεται.
Το ερώτημα είναι πώς αξιοποιείται.
Αν η Ελλάδα συνεχίσει να αντιμετωπίζει τον πρωτογενή τομέα ως πρόβλημα προς κατευνασμό και όχι ως πεδίο παραγωγικού μετασχηματισμού, τότε οι επόμενες κινητοποιήσεις είναι απλώς θέμα χρόνου.
Όπως ακριβώς συμβαίνει στην παγκόσμια οικονομία, έτσι και εδώ ισχύει το ίδιο: ας μη μπερδεύουμε την προσωρινή ισορροπία με τη λύση.
Γιατί η πραγματική αναδιάρθρωση, όσο καθυστερεί, τόσο πιο επώδυνη γίνεται.-
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Ποιοι είναι οι πραγματικοί εχθροί του Κυριάκου Μητσοτάκη;
Η μοναξιά του φιλελευθερισμού στην εποχή των άκρων
Η Ελλάδα από το Grexit στο Eurogroup
Το Ισραήλ πολλοί εμίσησαν, τα όπλα του, όμως, όχι...
Ερνέστος Τσίλλερ, ο μεγάλος αρχιτέκτων που πέθανε πάμπτωχος
Μήπως φθάνουμε στο τέλος του ελεύθερου κόσμου;
Στο μυαλό ενός «αντισυστημικού»
Μπορεί η Ουκρανία να γλιτώσει από μιαν άδικη «ειρήνη»;
Η τραγωδία των Τεμπών και η πολιτική της εκμετάλλευση
Ο φθόνος στην πολιτική είναι το πραγματικά μεγάλο όπλο του λαϊκισμού
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...