Στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ (1973), ο Αλεξάντρ Σολζενίτσιν διατυπώνει μία από τις πιο ανθεκτικές αλήθειες του 20ού αιώνα:
«Αν ήταν όλα τόσο απλά! Αν υπήρχαν κάπου κακοί άνθρωποι που έπρατταν επίμονα το κακό, κι εμείς απλώς έπρεπε να τους απομονώσουμε και να τους εξαλείψουμε. Αλλά η γραμμή που χωρίζει το καλό από το κακό περνά μέσα από την καρδιά κάθε ανθρώπου. Και ποιος είναι πρόθυμος να κόψει κομμάτι από την ίδια του την καρδιά;»
Η ειρωνεία είναι σκληρή: ούτε ο ίδιος ο Σολζενίτσιν κατάφερε να γίνει αυτός ο άνθρωπος.
Στο τέλος της ζωής του, ο άνθρωπος που αποκάλυψε την κτηνωδία του σταλινισμού στήριξε τον Βλαντίμιρ Πούτιν, ενώ το καθεστώς του πρώην αξιωματικού της KGB επιχειρούσε να εξωραΐσει την κληρονομιά του Στάλιν.
Παράλληλα, ο Σολζενίτσιν διατήρησε προκαταλήψεις απέναντι σε λαούς που γνώρισαν την ίδια ή και μεγαλύτερη οδύνη: τους Εβραίους, τους Ουκρανούς.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για ΟΛΑ τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
*****
Η ίδια του η ζωή επιβεβαιώνει την ψυχρή του παρατήρηση: το καλό και το κακό δεν μοιράζονται ανάμεσα σε λαούς ή ιδεολογίες, αλλά μέσα στους ίδιους μας τους εαυτούς.
Η δημοσιογράφος Cathy Young, στο πορτρέτο της για το Quillette (2018), γράφει για «την αποκαθήλωση ενός προφήτη». Οι παλιοί σύντροφοί του τον κατηγόρησαν ότι αντικατέστησε μια μορφή δογματισμού με μια άλλη. Ότι, στο όνομα της «αλήθειας του Θεού», έχτισε μια νέα ορθοδοξία.
Η ίδια περιγράφει τη δική της απογοήτευση: το παιδικό της είδωλο είχε μεταμορφωθεί σε κάτι που αδυνατούσε πια να ακολουθήσει.
Κι όμως, τίποτε από αυτά δεν μειώνει το έργο του.
Ο Σολζενίτσιν, επιζών της σταλινικής κολάσεως, μετέτρεψε τον πόνο του σε λογοτεχνία. Το εκπληκτικό «Μια Μέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς» συγκλόνισε μια ολόκληρη ήπειρο. Το Αρχιπέλαγος φανέρωσε στον κόσμο το πρόσωπο του ολοκληρωτισμού.
Αυτά μένουν.
Αλλά μένει και το μάθημα: η σοφία δεν αρκεί για να μας προστατεύσει από τον εαυτό μας.
Η αυτογνωσία δεν είναι εγγύηση αρετής.
Όπως προειδοποιούσε και ο Νίτσε: «Όποιος παλεύει με τέρατα, ας προσέξει να μην γίνει ο ίδιος τέρας. Και αν κοιτάς πολλή ώρα μέσα στην άβυσσο, η άβυσσος κοιτάζει κι αυτή μέσα σε σένα.»
Την ίδια εποχή, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ένας Αμερικανός συγγραφέας έβλεπε το ίδιο ακριβώς σκοτάδι.
Ο Τζέιμς Μπόλντουιν, ένας από τους σπουδαιότερους δοκιμιογράφους και αγωνιστές των πολιτικών δικαιωμάτων, έγραφε το 1961: «Κανείς δεν είναι πιο επικίνδυνος από εκείνον που φαντάζεται τον εαυτό του αγνό στην καρδιά. Γιατί η αγνότητά του είναι, εξ ορισμού, απρόσβλητη.»
Ο Μπόλντουιν, μεγαλωμένος υπό το βάρος των νόμων Τζιμ Κρόου, έφυγε για το Παρίσι για να σώσει την ψυχή και τη σκέψη του.
Εκεί ανακάλυψε κάτι απροσδόκητο: πως η ταυτότητα, όσο κι αν την κυνηγήσεις, σε ακολουθεί. Στο δοκίμιο «The Discovery of What It Means to Be an American», σημειώνει ότι αναζητούσε τρόπο να μετατρέψει τη δική του εμπειρία σε γέφυρα με τους άλλους, όχι σε τείχος.
Στα πρώτα του κείμενα, ο Μπόλντουιν αντιστεκόταν στην ευκολία του διχασμού, στην παρόρμηση να μετατρέψεις την αδικία σε θεολογικό δράμα.
Καταγγέλλει το «μυθιστόρημα διαμαρτυρίας», που χωρίζει τον κόσμο σε αθώους και ενόχους χωρίς καμία ενδιάμεση ζώνη.
Υποστηρίζει ότι τέτοιες ιστορίες μετατρέπουν τα θύματα σε σύμβολα και όχι σε ανθρώπους.
Κι όμως: όταν επέστρεψε στις ΗΠΑ για να συμμετάσχει ενεργά στον αγώνα για τα πολιτικά δικαιώματα, το βλέμμα του σκοτείνιασε.
Η οξύτητά του μεγάλωσε.
Η γραφή του, άλλοτε πολυεπίπεδη, έγινε περισσότερο καταγγελτική, λιγότερο ανθρώπινη.
Ορισμένοι μελετητές λένε πως η επιστροφή του στην Αμερική, και η βαρύτητα του πολιτικού ρόλου του, τον απομάκρυνε από τη λογοτεχνική του λεπτότητα.
Δεν έχασε ποτέ το ταλέντο ή τη διεισδυτική του ματιά.
Αλλά άρχισε να βλέπει τους άλλους μέσα από ένα φίλτρο πικρίας.
Η ίδια εκείνη πικρία που, όταν στραφεί προς τα μέσα, μπορεί να διαβρώσει ακόμα και τον πιο ευαίσθητο νου.
Και οι δύο, Σολζενίτσιν και Μπόλντουιν, μας αφήνουν το ίδιο δίδαγμα: κανείς δεν μένει για πάντα στην κορυφή της ηθικής του διαύγειας.
Κανείς δεν είναι αλώβητος από τη δική του σιγουριά.
Κανείς δεν μπορεί να ξεριζώσει το κομμάτι της καρδιάς του όπου φωλιάζει το σκοτάδι.
Γι’ αυτό, ίσως, οι «προφήτες που αποκαθηλώνονται» είναι πολύτιμοι.
Μας υπενθυμίζουν ότι η αγνότητα είναι πάντα μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση.
Μας διδάσκουν να είμαστε επιφυλακτικοί με τη δική μας βεβαιότητα.
Μας προτρέπουν να δούμε την ανθρώπινη φύση με μέτρο, όχι με εξιδανίκευση.
Και ίσως, ακριβώς επειδή αποτυγχάνουν, να μας βοηθούν να μη βιαζόμαστε να πετάξουμε την πρώτη πέτρα.-
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Φοίβος Δεληβοριάς: «Αντίο, ακριβέ κι αγαπημένε Διονύση Σαββόπουλε»
Ο φιλελευθερισμός στους έσχατους καιρούς
Παρθενών, ένα θαύμα τεχνικής ευφυΐας
Φτιάξε κι εσύ ένα δικό σου κόμμα. Μπορείς! (video)
Τι θα έλεγε σήμερα ο Θουκυδίδης για τον πόλεμο στην Ουκρανία (video)
Ήλιος, ο Αρχαίος Θεός του Φωτός
Η Ευρώπη του πνεύματος και της παιδείας υποκλίνεται στη Σοφία Κοράντι
Ανατόλ Φρανς, η ήρεμη δύναμη της σκέψης
Ωδή στον Βίκτορα Ουγκό
Πυθαγόρας: Όταν μιλάμε ελληνικά, διατυπώνουμε μαθηματικές εξισώσεις
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...