Μια σταθερή παγκόσμια τάξη αποτελεί σπάνιο φαινόμενο. Όταν τελικά εδραιώνεται, συνήθως προκύπτει έπειτα από μια μεγάλη αναταραχή που δημιουργεί τόσο τις συνθήκες όσο και την επιθυμία για κάτι καινούργιο. Απαιτείται μια σταθερή κατανομή ισχύος και ευρεία αποδοχή των κανόνων που διέπουν τη διεθνή συμπεριφορά.
Χρειάζεται επίσης επιδέξια διαχείριση της κρατικής ισχύος, διότι μια διεθνής τάξη κατασκευάζεται, δεν γεννιέται από μόνη της. Και, όσο ιδανικές κι αν είναι οι αρχικές συνθήκες ή έντονη η αρχική βούληση, η διατήρησή της απαιτεί δημιουργική διπλωματία, λειτουργικούς θεσμούς και αποτελεσματικές παρεμβάσεις, τόσο για την προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες περιστάσεις όσο και για την ενίσχυσή της απέναντι σε προκλήσεις.
*****
Για να μη χάσετε καμία ανάρτηση της Εποπτείας, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο newsletter μας, πατώντας ΕΔΩ
Για ΟΛΑ τα videos της Εποπτείας, γραφτείτε στο κανάλι μας στο youtube, πατώντας ΕΔΩ
*****
Αργά ή γρήγορα, όμως, ακόμη και η καλύτερα ισορροπημένη διεθνής τάξη φτάνει στο τέλος της. Η ισορροπία ισχύος που τη στηρίζει διαταράσσεται. Οι θεσμοί αποτυγχάνουν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες. Κάποιες χώρες παρακμάζουν, ενώ άλλες αναδύονται, εξαιτίας μεταβολών στις δυνατότητες, στην πολιτική βούληση ή στις αυξανόμενες φιλοδοξίες τους. Όσοι φέρουν την ευθύνη της διατήρησης της τάξης κάνουν λάθη – είτε με τις επιλογές που υλοποιούν είτε με εκείνες που αποφεύγουν.
Αν όμως η κατάρρευση κάθε τάξης είναι τελικά αναπόφευκτη, ο χρόνος και ο τρόπος με τον οποίο αυτή θα λάβει τέλος δεν είναι. Ούτε και ό,τι θα την διαδεχθεί. Τις περισσότερες φορές, η κατάρρευση έρχεται όχι με μια ξαφνική έκρηξη αλλά με μια παρατεταμένη φθορά. Και όπως η διατήρησή της προϋποθέτει ικανή διπλωματία, έτσι και η πορεία της φθοράς της μπορεί να επηρεαστεί από έξυπνη πολιτική και προληπτικές ενέργειες.
Όμως, για να καταστεί αυτό εφικτό, πρέπει πρώτα να υπάρξει αναγνώριση της πραγματικότητας: η παλαιά τάξη πραγμάτων δεν πρόκειται να επιστρέψει, και κάθε προσπάθεια να αναστηθεί θα αποδειχθεί μάταιη. Όπως με κάθε τέλος, η αποδοχή είναι προϋπόθεση για να υπάρξει συνέχεια.
Στην προσπάθεια να βρεθούν ιστορικά παράλληλα, μελετητές και διπλωμάτες έχουν ανατρέξει τόσο στην αρχαία Ελλάδα –όπου η άνοδος μιας νέας δύναμης (Αθήνα) οδήγησε σε πόλεμο με τη Σπάρτη– όσο και στην περίοδο μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι ΗΠΑ και μεγάλο μέρος της Ευρώπης παρέμειναν αδρανείς καθώς η Γερμανία και η Ιαπωνία παραβίαζαν συμφωνίες και εισέβαλλαν σε γείτονες.
Όμως, το πιο διδακτικό ιστορικό παράδειγμα φαίνεται να είναι το Σύστημα της Βιέννης του 19ου αιώνα: η πιο επιτυχημένη προσπάθεια οικοδόμησης και διατήρησης μιας παγκόσμιας τάξης πριν τη δική μας εποχή. Από το 1815 έως το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η τάξη που θεσμοθετήθηκε στο Συνέδριο της Βιέννης καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τις διεθνείς σχέσεις και διαμόρφωσε βασικούς κανόνες συμπεριφοράς – ακόμη κι αν δεν κατάφερνε πάντα να τους επιβάλει. Αποτελεί, με άλλα λόγια, μοντέλο συλλογικής διαχείρισης ασφάλειας σε έναν πολυπολικό κόσμο.
Το τέλος αυτής της τάξης –και ό,τι ακολούθησε– προσφέρει κρίσιμα διδάγματα για το σήμερα, αλλά και επιτακτική προειδοποίηση: Το γεγονός ότι μια τάξη παρακμάζει δεν σημαίνει ότι το χάος είναι αναπόφευκτο. Αν όμως η διαχείριση της φθοράς είναι εσφαλμένη ή αδύναμη, τότε η καταστροφή είναι πιθανή.
Μέσα από τις στάχτες
Η παγκόσμια τάξη που κυριάρχησε στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 21ου, αναδύθηκε μέσα από τα ερείπια δύο παγκοσμίων πολέμων. Η τάξη του 19ου αιώνα, όμως, είχε προηγηθεί μιας άλλης, παλαιότερης διεθνούς αναταραχής: των Ναπολεόντειων Πολέμων, που ακολούθησαν τη Γαλλική Επανάσταση και την άνοδο του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, και σάρωσαν την Ευρώπη για περισσότερο από μια δεκαετία.
Μετά την ήττα του Ναπολέοντα, οι νικήτριες δυνάμεις –η Αυστρία, η Πρωσία, η Ρωσία και το Ηνωμένο Βασίλειο, οι τότε Μεγάλες Δυνάμεις– συναντήθηκαν στη Βιέννη το 1814–1815. Σκοπός τους ήταν να διασφαλίσουν ότι η Γαλλία δεν θα απειλούσε ξανά στρατιωτικά τα κράτη τους και ότι οι επαναστατικές ιδέες δεν θα ανέτρεπαν ξανά τις μοναρχίες τους.
Οι νικητές, ωστόσο, έκαναν και μια σοφή επιλογή: ενσωμάτωσαν τη Γαλλία στο μεταπολεμικό σύστημα – σε πλήρη αντίθεση με το πώς αντιμετωπίστηκε η Γερμανία μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και, σε μικρότερο βαθμό, με τον τρόπο που μεταπολεμικά χειρίστηκαν τη Ρωσία μετά τον Ψυχρό Πόλεμο.
Το συνέδριο της Βιέννης οδήγησε στη διαμόρφωση του Συστήματος της Ευρώπης (Concert of Europe). Αν και εστιασμένο γεωγραφικά στην Ευρώπη, αυτό το σύστημα αποτέλεσε de facto τη διεθνή τάξη της εποχής, δεδομένης της παγκόσμιας ισχύος που διέθεταν οι ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες. Υπήρχε ένα σύνολο κοινών αντιλήψεων για τις διακρατικές σχέσεις – με βασικό κανόνα την απαγόρευση εισβολών και την αποχή από εσωτερικές παρεμβάσεις χωρίς άδεια.
Μια στοιχειώδης ισορροπία δυνάμεων απέτρεπε κάθε κράτος από το να αποπειραθεί να ανατρέψει το σύστημα (ή το αποτυχημένο κράτος από το να πετύχει κάτι τέτοιο). Οι υπουργοί Εξωτερικών συναντιούνταν (στα λεγόμενα «συνέδρια») όποτε ανέκυπταν σοβαρά ζητήματα. Το σύστημα αυτό ήταν συντηρητικό σε όλα τα επίπεδα.
Η Συνθήκη της Βιέννης είχε επιφέρει σημαντικές εδαφικές ανακατατάξεις και στη συνέχεια πάγωσε τα σύνορα, επιτρέποντας αλλαγές μόνο με ομόφωνη συναίνεση. Ενίσχυε επίσης τις μοναρχίες και προέβλεπε υποστήριξη όταν αυτές απειλούνταν από λαϊκές εξεγέρσεις (όπως η επέμβαση της Γαλλίας στην Ισπανία το 1823).
Το σύστημα λειτούργησε όχι επειδή υπήρχε πλήρης συμφωνία μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, αλλά επειδή κάθε κράτος είχε λόγους να το υποστηρίζει συνολικά. Η Αυστρία ήθελε να αναχαιτίσει τον φιλελευθερισμό, ο οποίος απειλούσε την αυτοκρατορία. Το Ηνωμένο Βασίλειο ήθελε να αποτρέψει νέα γαλλική απειλή αλλά και να διατηρήσει μια ισορροπία με τη Ρωσία – που σήμαινε ότι δεν έπρεπε να εξασθενήσει υπερβολικά η Γαλλία ώστε να μην μπορεί να παίξει τον ρόλο του αντίβαρου. Η σύμπτωση συμφερόντων ήταν αρκετή για να διατηρηθεί η ειρήνη μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.
Το σύστημα αυτό επιβίωσε τεχνικά για έναν αιώνα, έως την παραμονή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Όμως, είχε πάψει να λειτουργεί ουσιαστικά πολύ νωρίτερα. Οι επαναστατικές αναταράξεις του 1830 και του 1848 αποκάλυψαν τα όρια των διαθέσεων για παρέμβαση υπέρ των παλαιών καθεστώτων.
Ακόμη πιο καθοριστικός υπήρξε ο Κριμαϊκός Πόλεμος (1853–1856), που αν και τυπικά ξεκίνησε για τα δικαιώματα των Χριστιανών στον Οθωμανικό χώρο, στην ουσία αφορούσε τον έλεγχο του εδάφους της αποσυντιθέμενης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο πόλεμος αυτός, ανάμεσα στη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη Ρωσία, υπονόμευσε τον πυρήνα του συστήματος: το πνεύμα συνεννόησης μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων είχε πλέον χαθεί.
Ακολούθησαν συγκρούσεις μεταξύ Αυστρίας–Πρωσίας και Πρωσίας–Γαλλίας, επαναφέροντας τον μεγάλο πόλεμο στην καρδιά της Ευρώπης. Παρά την πρόσκαιρη σταθεροποίηση, η ανάδυση της γερμανικής ισχύος και η αποσύνθεση των αυτοκρατοριών προετοίμασαν το έδαφος για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και το οριστικό τέλος της ευρωπαϊκής συνθήκης.
Τι νοσεί στην παγκόσμια τάξη;
Ποια διδάγματα μπορούμε να αντλήσουμε από αυτή την ιστορική εμπειρία; Πρώτα απ’ όλα, το ανέβασμα και η πτώση των μεγάλων δυνάμεων καθορίζουν τη βιωσιμότητα της διεθνούς τάξης. Οι μεταβολές στην οικονομική ισχύ, την πολιτική συνοχή και τις στρατιωτικές δυνατότητες διαμορφώνουν τι μπορούν και τι θέλουν να κάνουν τα κράτη εκτός των συνόρων τους.
Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού, η Γερμανία και η Ιαπωνία ανήλθαν, η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η Τσαρική Ρωσία παρήκμασαν, και η Γαλλία με το Ηνωμένο Βασίλειο ενισχύθηκαν μεν, αλλά όχι επαρκώς. Αυτές οι αλλαγές ανέτρεψαν την ισορροπία δυνάμεων που στήριζε τη «Συναυλία της Ευρώπης». Ιδίως η Γερμανία έφτασε να βλέπει το status quo ως αντίθετο προς τα συμφέροντά της.
Παράλληλα, η τεχνολογική και πολιτική εξέλιξη άλλαξε το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούσε το διεθνές σύστημα. Ο λαϊκός αγώνας για δημοκρατική συμμετοχή και οι εκρήξεις εθνικισμού υπονόμευσαν την εσωτερική σταθερότητα πολλών κρατών. Ταυτόχρονα, νέες μορφές μεταφοράς, επικοινωνίας και οπλισμού μετέβαλαν τη φύση της πολιτικής, της οικονομίας και του πολέμου. Οι συνθήκες που ευνόησαν την ανάδυση της Συναυλίας είχαν, σταδιακά, εξαφανιστεί.
Ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρούμε ότι η Ιστορία καθορίζεται αποκλειστικά από δομικές συνθήκες. Η πολιτική τέχνη και η ηγεσία εξακολουθούν να έχουν σημασία. Το γεγονός ότι η Συναυλία της Ευρώπης δημιουργήθηκε και διήρκεσε τόσο πολύ δείχνει ότι οι άνθρωποι κάνουν τη διαφορά.
Οι διπλωμάτες που τη διαμόρφωσαν –ο Μέτερνιχ της Αυστρίας, ο Ταλεϋράνδος της Γαλλίας, ο Κάσλρεϊ του Ηνωμένου Βασιλείου– ήταν εξαιρετικοί. Επιπλέον, η διατήρηση της ειρήνης μεταξύ χωρών με διαφορετικά πολιτικά καθεστώτα –όπως η φιλελεύθερη Γαλλία και Βρετανία από τη μια, και οι πιο αυταρχικές δυνάμεις από την άλλη– δείχνει ότι μπορούν να συνεργαστούν για την παγκόσμια σταθερότητα.
Λίγα από όσα είναι καλά ή κακά στην ιστορία είναι αναπόφευκτα. Ο Κριμαϊκός Πόλεμος ίσως μπορούσε να αποφευχθεί, αν υπήρχαν πιο ικανές και συνετές ηγεσίες. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι ρωσικές ενέργειες δικαιολογούσαν τη στρατιωτική αντίδραση της Γαλλίας και της Βρετανίας, ούτε ότι το εύρος και η κλίμακα της απάντησης ήταν αναγκαία.
Το γεγονός ότι τα κράτη έδρασαν όπως έδρασαν φωτίζει τη δύναμη και τον κίνδυνο του εθνικισμού. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ξέσπασε, σε μεγάλο βαθμό, επειδή οι διάδοχοι του Μπίσμαρκ δεν κατάφεραν να συγκρατήσουν τη δύναμη του σύγχρονου γερμανικού κράτους, το οποίο ο ίδιος είχε δημιουργήσει.
Δύο ακόμα διδάγματα ξεχωρίζουν:
Δεν είναι απαραίτητα τα «κεντρικά» ζητήματα που αποσταθεροποιούν μια διεθνή τάξη. Η Συναυλία της Ευρώπης κατέρρευσε όχι λόγω εσωτερικών συγκρούσεων εντός της ηπείρου, αλλά λόγω ανταγωνισμού στις περιφέρειες.
Οι διεθνείς τάξεις συνήθως δεν καταρρέουν ξαφνικά αλλά φθείρονται σταδιακά. Η πορεία της φθοράς δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή από όσους λαμβάνουν αποφάσεις. Όταν, το 1914, έγινε σαφές ότι η Συναυλία είχε πεθάνει, ήταν ήδη πολύ αργά για να σωθεί ή να διαχειριστεί η μετάβασή της.
Μια ιστορία δύο κόσμων – Η διπλή διεθνής τάξη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο
Η παγκόσμια τάξη που οικοδομήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο περιλάμβανε δύο παράλληλες δομές για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της: Η πρώτη ήταν αποτέλεσμα του Ψυχρού Πολέμουμεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης. Στο επίκεντρό της βρισκόταν μια εύθραυστη ισορροπία στρατιωτικής ισχύος στην Ευρώπη και την Ασία, με κύριο εργαλείο την πυρηνική αποτροπή.
Οι δύο πλευρές επέδειξαν έναν βαθμό αυτοσυγκράτησης στον ανταγωνισμό τους. Η ιδέα της «ανάκτησης εδαφών» (rollback) –δηλαδή η ανατροπή καθεστώτων– απορρίφθηκε ως ανέφικτη και επικίνδυνη. Αντ’ αυτής, οι δύο υπερδυνάμεις ακολούθησαν έναν σιωπηρό κώδικα συμπεριφοράς, που περιλάμβανε αμοιβαίο σεβασμό στις «γειτονιές» και τους συμμάχους τους.
Τελικά, οι δύο πλευρές συνεννοήθηκαν ως προς την πολιτική διευθέτηση στην Ευρώπη, το βασικό θέατρο του Ψυχρού Πολέμου. Το 1975, αυτή η συνεννόηση κωδικοποιήθηκε στις Συμφωνίες του Ελσίνκι. Ακόμη και σε έναν διχασμένο κόσμο, οι δύο αντίπαλοι συμφώνησαν στους κανόνες του παιχνιδιού: μια τάξη βασισμένη στα μέσα και όχι στους σκοπούς. Το ότι υπήρχαν μόνο δύο κέντρα ισχύος διευκόλυνε την επίτευξη συμφωνίας.
Η δεύτερη τάξη ήταν η φιλελεύθερη διεθνής τάξη, που αναπτύχθηκε παράλληλα με την ψυχροπολεμική. Επικεφαλής ήταν οι δημοκρατίες, που προώθησαν δεσμούς μέσω βοήθειας και εμπορίου, και ενίσχυσαν τον σεβασμό στο κράτος δικαίου, τόσο στο εσωτερικό όσο και στις διεθνείς σχέσεις.
Ο οικονομικός πυλώνας αυτής της τάξης αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός κόσμου (ή, ακριβέστερα, του μη κομμουνιστικού μισού του) όπου θα κυριαρχούσαν το ελεύθερο εμπόριο, η ανάπτυξη και η νομισματική σταθερότητα. Το ελεύθερο εμπόριο θα γινόταν μοχλός ευημερίας και μέσο ειρήνης, καθώς ο πόλεμος θα καθίστατο πολύ ακριβός. Το δολάριο έγινε το de facto παγκόσμιο νόμισμα.
Ο διπλωματικός πυλώνας έδινε έμφαση στον ΟΗΕ. Η ιδέα ήταν ότι ένα μόνιμο παγκόσμιο φόρουμ θα μπορούσε να αποτρέπει ή να επιλύει συγκρούσεις. Το Συμβούλιο Ασφαλείας, με πέντε μόνιμα μέλη (τις μεγάλες δυνάμεις) και εκ περιτροπής εκπροσώπους, θα όριζε το πλαίσιο των διεθνών σχέσεων.
Ωστόσο, η τάξη αυτή στηριζόταν εν τέλει στην αποδοχή της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας. Και αυτό έγινε εφικτό επειδή οι ΗΠΑ αντιλαμβάνονταν ως ένας ήπιος ηγεμόνας, που εμπνέει εκτίμηση όχι μόνο για την εξωτερική της πολιτική αλλά και για τον εσωτερικό της χαρακτήρα.
Και οι δύο τάξεις εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα των ΗΠΑ
Η ειρήνη στην Ευρώπη και την Ασία διατηρήθηκε με κόστος που μπορούσε να αντέξει η ισχυρή αμερικανική οικονομία.
Το παγκόσμιο εμπόριο και οι επενδύσεις ενίσχυσαν την οικονομική ανάπτυξη των ΗΠΑ.
Περισσότερα κράτη έγιναν δημοκρατίες με την πάροδο του χρόνου.
Καμία από τις δύο τάξεις δεν στηριζόταν σε απόλυτη συναίνεση· αρκούσε να υπάρχει επαρκής συμφωνία για να μην αμφισβητείται άμεσα. Όταν η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ εκτροχιάστηκε –όπως στο Βιετνάμ και το Ιράκ– αυτό δεν συνέβη λόγω δεσμεύσεων έναντι συμμάχων ή λόγων που σχετίζονταν με την παγκόσμια τάξη, αλλά λόγω κακών επιλογών σε πολέμους προαιρετικής εμπλοκής.
Σημάδια Αποσύνθεσης
Σήμερα, και οι δύο παγκόσμιες τάξεις έχουν αρχίσει να φθείρονται.
Ο Ψυχρός Πόλεμος έχει προ πολλού τελειώσει, αλλά η τάξη που δημιούργησε διαλύθηκε σταδιακά και αποσπασματικά — εν μέρει επειδή οι δυτικές προσπάθειες να ενσωματώσουν τη Ρωσία στη φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη απέτυχαν. Ένα από τα πρώτα σημάδια της αποσύνθεσης ήταν η εισβολή του Σαντάμ Χουσεΐν στο Κουβέιτ το 1990 — κάτι που, σε προηγούμενες δεκαετίες, η Μόσχα πιθανότατα θα απέτρεπε, θεωρώντας το υπερβολικά ριψοκίνδυνο.
Παρότι η πυρηνική αποτροπή εξακολουθεί να λειτουργεί, πολλές από τις συμφωνίες που τη στήριζαν έχουν πλέον καταρρεύσει ή αποδυναμωθεί.
Η Ρωσία, χωρίς να προκαλεί άμεσα το ΝΑΤΟ στρατιωτικά, επιλέγει όλο και πιο ενεργά να αμφισβητεί το καθεστώς:
- με στρατιωτική επέμβαση στη Γεωργία το 2008 και στην Ουκρανία από το 2014 και μετά,
- με την αιματηρή εμπλοκή της στη Συρία,
- και με την επιθετική χρήση του κυβερνοπολέμου για την αλλοίωση εκλογικών αποτελεσμάτων στις ΗΠΑ και την Ευρώπη.
Όλες αυτές οι ενέργειες αντιβαίνουν στις βασικές αρχές της παλιάς τάξης.
Από τη ρωσική σκοπιά, το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ — μια διαδικασία που αντιφάσκει με τη ρήση του Ουίνστον Τσόρτσιλ: «Στη νίκη, να είμαστε μεγαλόψυχοι».
Η Ρωσία επίσης θεωρεί πράξεις κακής πίστης την εισβολή στο Ιράκ το 2003 και την επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Λιβύη το 2011 (η οποία ξεκίνησε ως ανθρωπιστική αποστολή αλλά γρήγορα εξελίχθηκε σε επιχείρηση αλλαγής καθεστώτος) — ενέργειες που, για τη Μόσχα, παραβιάζουν τη διεθνή νομιμότητα και τους άγραφους κανόνες της μεταψυχροπολεμικής εποχής.
Η φθορά της φιλελεύθερης τάξης
Παράλληλα, η φιλελεύθερη διεθνής τάξη δείχνει επίσης σημάδια διάλυσης:
Η αυταρχικότητα επανέρχεται, όχι μόνο στη Ρωσία και την Κίνα, αλλά και στις Φιλιππίνες, την Τουρκίακαι κράτη της Ανατολικής Ευρώπης.
Το παγκόσμιο εμπόριο έχει αυξηθεί, αλλά οι πρόσφατοι γύροι διαπραγματεύσεων έχουν αποτύχει.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ) δεν μπορεί να διαχειριστεί τις νέες προκλήσεις: τα μη δασμολογικά εμπόδια και την κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας.
Η χρήση του δολαρίου για την επιβολή κυρώσεων από τις ΗΠΑ προκαλεί ολοένα και μεγαλύτερη δυσαρέσκεια.
Τα αμερικανικά ελλείμματα και το χρέος αποτελούν πηγή παγκόσμιας ανησυχίας.
Ο ΟΗΕ και ιδιαίτερα το Συμβούλιο Ασφαλείας είναι σχεδόν άσχετοι με τις περισσότερες τρέχουσες συγκρούσεις.
Οι διεθνείς θεσμοί έχουν αποτύχει να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης.
Η σύνθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν αντανακλά πλέον τη σύγχρονη κατανομή ισχύος.
Ο κόσμος δηλώνει ρητά την αντίθεσή του στις γενοκτονίες και αναγνωρίζει το δικαίωμα παρέμβασηςόταν μια κυβέρνηση αποτυγχάνει να προστατέψει τους πολίτες της — αλλά οι δηλώσεις δεν γίνονται πράξη.
Η Συνθήκη Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων (NPT) επιτρέπει την κατοχή πυρηνικών μόνο σε πέντε κράτη· σήμερα υπάρχουν εννέα, και πολλά άλλα θα μπορούσαν να γίνουν πυρηνικές δυνάμεις αν το αποφασίσουν.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ο πιο φιλόδοξος περιφερειακός θεσμός, ταλανίζεται από το Brexit και εντάσεις γύρω από τη μετανάστευση και την εθνική κυριαρχία.
Και γενικότερα, όλο και περισσότερες χώρες αμφισβητούν την αμερικανική πρωτοκαθεδρία.
Ένα Τέλος ή μια Μεταμόρφωση;
Το γεγονός ότι η παγκόσμια τάξη — είτε αυτή του Ψυχρού Πολέμου είτε η φιλελεύθερη μεταπολεμική εκδοχή της — βρίσκεται σε παρακμή, δεν σημαίνει ότι πρέπει να οδηγηθούμε αναπόφευκτα στο χάος. Αλλά ούτε και σημαίνει ότι τα πράγματα θα αυτοδιορθωθούν.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι: Ποιο θα είναι το επόμενο στάδιο της διεθνούς τάξης πραγμάτων;
Η ιστορία μάς δείχνει πως υπάρχουν διαφορετικά σενάρια:
- Αν η αποσύνθεση αγνοηθεί ή αντιμετωπιστεί κακοσχεδιασμένα, υπάρχει κίνδυνος η μετάβαση να γίνει μέσω σύγκρουσης, ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, ενίσχυσης του αυταρχισμού και κατάρρευσης θεσμών.
- Αντίθετα, εάν αναγνωριστεί εγκαίρως η αλλαγή εποχής, και αν υπάρξει δημιουργική, ρεαλιστική και πολυμερής διπλωματία, τότε μπορεί να επιτευχθεί μια νέα τάξη που —όπως το Κογκρέσο της Βιέννης μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους— θα διατηρήσει την ειρήνη και θα αντιμετωπίσει τις νέες προκλήσεις.
Η απαραίτητη προϋπόθεση, όμως, είναι να εγκαταλείψουμε τη νοσταλγία και τις προσπάθειες αναβίωσης της παλιάς τάξης. Οι πολιτικοί και οι διπλωμάτες του σήμερα πρέπει να δουν την πραγματικότητα κατάματα, να κατανοήσουν τι έχει αλλάξει και να ενεργήσουν αναλόγως, με φαντασία και ευθύνη.
Όπως ακριβώς η Συνδιάσκεψη της Βιέννης ήταν το προϊόν των συνθηκών μετά από μια μεγάλη καταστροφή, έτσι και τώρα υπάρχει η ευκαιρία — αλλά και η ανάγκη — για μια νέα συνεννόηση μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.
Η ευκαιρία είναι ακόμη ζωντανή — αλλά ο χρόνος εξαντλείται.-
*****
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Η δίκη του Σωκράτη: Όταν η σκέψη έγινε έγκλημα
Υπάρχουν ιδεολογίες σήμερα;
Γιατί να συγχωρούμε; Η στωική φιλοσοφία δίνει την απάντηση
Ο Αλμπέρ Καμί γράφει για την τραγωδία των γηρατειών
Γιατί βαρεθήκαμε τα κόμματα;
Γιώργος Σεφέρης: Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσουν...
Νόαμ Τσόμσκι: Έτσι λειτουργεί η εξουσία!
Ελευθέριος Μουζάκης, ο πιο ειλικρινής φορολογούμενος επιχειρηματίας
Φράνκα Ράμε, η πανέμορφη θεατρίνα που δεν... κάθισε στα αυγά της!
Η σημασία και τα όρια της Ελευθερίας
Να ζει κανείς, ή να μη ζει; Σκέψεις πάνω στην πιο τραγική φράση του Σέξπιρ στον Άμλετ
δεν βρέθηκαν σχόλια επισκεπτών...